Το μικρό ελαιόλουτρο του κυρίου Κάρτερ

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στη Λεξιλογία.

Το μικρό ελαιόλουτρο του κυρίου Κάρτερ

–Καλησπέρα, αστυνόμε Μουφίνη, με χαιρέτισε ο φίλος μου κυρ-Στέλιος από το τηλέφωνο. Του είχε κολλήσει να μου το κολλήσει από την εποχή με τα μουφιστορήματα και το χρησιμοποιούσε όποτε είχε γλωσσικές ανησυχίες.
–Τι γίνεται κυρ Στέλιο, καλά; Τι ταλαιπωρεί τη γλώσσα σου, πάλι; τον πείραξα.
–Προχτές είδα που είχες γράψει γι’ αυτόν τον Παρτικόφ, που δεν υπήρχε ποτέ τέτοιος άνθρωπος, κι έχω και την εντύπωση ότι ανακάλυψα κι άλλον τέτοιον.
–Δηλαδή;
 ρώτησα παραξενεμένος.
–Κι άλλον επιστήμονα που τον κάναμε εργαλείο. Σιγά σιγά, ο Σαραντάκος θα φτιάξει και Μπριγάδα Ανύπαρχτων Εφευρετών δίπλα στη Στρατιά των Ανύπαρχτων για τη Χώρα των Αγνώριστων, είπε και γέλασε αυτάρεσκα.
–Και ποιος είναι αυτός κυρ Στέλιο; τον ρώτησα.
–Ο Κάρτερ, όχι ο φιστικάς, αυτός του λαδιού.
–Μα όχι, κυρ Στέλιο,
 του απαντώ. Για το κάρτερ του λαδιού όλα τα λεξικά το γράφουν ότι είναι από όνομα επιστήμονα: Το λέει και το ΛΚΝκάρτερ το [kárter] Ο (άκλ.) : (τεχν.) σκληρό περικάλυμμα που εμποδίζει να εισχωρήσουν ξένα σώματα σε μια μηχανή. [λόγ. < αγγλ. carter < ανθρωπων. Carter (όν. του εφευρέτη)]το έχει και το ΛΝΕΓ, που μάλιστα δίνει και τα αρχικά από το όνομα του συγγραφέα: κάρτερ (το) {άκλ.} ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό ή πλαστικό περίβλημα που προστατεύει τα περιστρεφόμενα μέρη ενός μηχανισμού, κυρ. των αυτοκινήτων, από την εισχώρηση ξένων σωμάτων. [ΕΤΥΜ. Από το όνομα τού Αγγλου εφευρέτη J.H. Carter],
–Αυτά τα είδα κι εγώ, μου λέει. Εσύ έβαλες στην αγγλική Wikipedia να ψάξεις να βρεις τον διάσημο J.H. Carter; Αν τον βρεις, να μου τρυπήσεις τη μύτη.
–Μα δεν είναι δυνατό, κυρ Στέλιο, του λέω. Ορίστε, με μια γρήγορη ματιά βρίσκω ότι τον ίδιο όρο κάρτερ (carter) χρησιμοποιούν και στα ιταλικά, και στα γαλλικά, και στα ισπανικά.
–Και δεν μου λες, τότε, Μουφίνη, πώς λένε το κάρτερ στα αγγλικά; Γιατί ο μοναδικός κάρτερ στα αγγλικά λεξικά είναι ο καροτσέρης; Εγώ έψαξα από την ελληνοαγγλική αναζήτηση το Search της Λεξιλογίας, και στη βάση ΙΑΤΕ δεν υπάρχει ούτε μισό αγγλικό κάρτερ για δέκα ελληνικά.
–Κυρ Στέλιο, άσε με να το ψάξω, και τα λέμε αύριο.

—–

Το τηλέφωνο χτύπησε πρωί πρωί (μιλάμε για ώρα μεταφραστή) την επόμενη ημέρα.

–Μουφίνη, σου ξήλωσαν τα γαλόνια ή όχι ακόμη; ακούστηκε ο κυρ Στέλιος με αυτοπεποίθηση.
–Λυπάμαι κυρ Στέλιο μου, του είπα, αλλά ο Κάρτερ υπήρξε και ήταν πραγματικός εφευρέτης. Και το μυστικό είναι ότι έπρεπε να πονηρευτείς. Αφού μπόλικη ορολογία των αυτοκινήτων ήταν παλιά στα γαλλικά, από αξεσουάρ και λεβιέ μέχρι σασμάν και σιλανσιέ, έπρεπε να ξεκινήσεις να ψάχνεις από τη γαλλική Wikipédia. Κοίτα πόσων λογιών διαφορετικά «δοχεία» στις μηχανές τα λένε κάρτερ στα γαλλικά.
–Μα τι λες γιατρέ μου
 (όπα, ζόρισαν τα πράγματα, πήρε προαγωγή ο Μουφίνης!), εξανέστη ο κυρ Στέλιος. Αφού λέμε κοντέρ, μοτέρ, ντιστριμπιτέρ, καρμπιρατέρ, δεν θα λέγαμε και καρτέρ;
–Και να το έλεγαν στα γαλλικά καρτέρ, στα ελληνικά καρτέρ μπορεί να μη γινόταν, αφού υπάρχει το καρτέρι, που είναι τόσο διαφορετικό. Το ωραίο είναι όμως ότι και στα γαλλικά ο τόνος δεν κατέβηκε, που δείχνει πόσο σημαντική ήταν η εφεύρεση του άγνωστου για την αγγλική Wikipedia J. Harrison Carter. Όμως, πρέπει να κλείσω τώρα κυρ Στέλιο, οπότε τα υπόλοιπα θα τα διαβάσεις στη Λεξιλογία.
–Οχ, πάλι θα με κάνεις ρόμπα, ντοκτέρ, γέλασε ο κυρ Στέλιος. Δεν πειράζει, χαλάλι σου, κι ας μου χάλασες το όνειρο να ιδρύσω την Μπριγάδα των Ανύπαρχτων Εφευρετών.
–Μα τι λες κυρ Στέλιο. Ίσα ίσα, που γίνεσαι διάσημος. Σε λίγο θα παίρνεις και φανμέιλ.
–Φαντί;
–Άσε κυρ Στέλιο, άλλη ώρα. Τα λέμε. Γεια.
–Γεια σου, καταστροφέα ονείρων.

—–
Να λοιπόν τι ανακαλύπτει αυτός που ψάχνει πιο προσεκτικά:

Ο σχεδόν αδιόρατος σύνδεσμος από τη γαλλική Βικιπεντιά οδηγεί σε μια σελίδα από έναν ιστότοπο για την ιστορία και την παράδοση του Γουλβερχάμπτον, στη σελίδα της ιστορίας των κλασικών βρετανικών ποδήλατων και μοτοποδήλατων Sunbeam, που έγινε το 1956 BSA. Αξίζει να φυλλομετρήσετε τουλάχιστον την ιστοσελίδα, έστω και μόνο για την όμορφη εικονογράφησή τους (κυρίως από παλιούς καταλόγους προϊόντων). «Κλέβω» λίγη εικονογράφηση από εκεί.


Ο συνθέτης σερ Έντουαρντ Έλγκαρ και ένα από τα ποδήλατά του, Sunbeam ‘Royal’ (1903)

Φυλλομετρώντας θα ανακαλύψετε ότι η εταιρεία είχε στο ενεργητικό της διάφορες μηχανολογικές πατέντες, ανάμεσα στις οποίες και το μίνι κιβώτιο ταχυτήτων με το «μικρό ελαιόλουτρο» (The Little Oil Bath) του Τζ. Χάρισον Κάρτερ. Ήταν ένα μικρό κλειστό κουτί που προστάτευε το σύστημα των γραναζιών αλλαγής ταχυτήτων λιπαίνοντάς το ταυτόχρονα, που προφανώς έκανε διάσημα διεθνώς τα ποδήλατα της εταιρείας και τον εφευρέτη της τεχνικό όρο.

Το άρθρο δεν αποκαλύπτει βέβαια πολύ περισσότερα για τον Τζ. Χάρισον Κάρτερ. Αποκαλύπτει όμως το ζητούμενο: Ότι υπήρξε, ότι εφεύρε το λιπαινόμενο κλειστό κιβώτιο ταχυτήτων και ότι, επομένως, ήταν ένας άνθρωπος που πρόσφερε μια σημαντική ψηφίδα στην εξέλιξη της μηχανολογίας. Το πότε, πώς και γιατί ενσωματώθηκε στη γαλλική γλώσσα (από όπου υποθέτω ότι διαδόθηκε σε άλλες γλώσσες που επηρεάστηκαν από τη γαλλική ορολογία για την πρώιμη τεχνολογία των αυτοκινήτων) είναι μάλλον θέμα γαλλικής ετυμολογίας. Εμένα με ενδιέφερε απλώς να αποδείξω την ύπαρξη του εφευρέτη Κάρτερ. Αν και εδώ που τα λέμε, είναι ίσως ενδιαφέρον θέμα από πού ήρθε τελικά η λέξη στα ελληνικά. Κατευθείαν από τα αγγλικά ή μέσω γαλλικών;

Α, και αν διαβάσατε και το άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη Sunbeam, θα ανακαλύψατε ότι ο εφευρέτης Κάρτερ αναφέρεται και εκεί. Απλώς αναφέρεται, χωρίς άρθρο, χωρίς υπερσυνδέσμους. Ως Harrison Carter, σκέτο, φυσικά. Μοιάζει πραγματικά να ήταν ένας άνθρωπος που δεν άφησε άλλα χνάρια στην ιστορία.

Στη συνέχεια, στα σχόλια του άρθρου στη Λεξιλογία, ο Νίκελ πρόσθεσε και αυτό το στοιχείο:

Πολύ χάρηκα που το είδα και θα συνεισφέρω ένα δυσεύρετο απόσπασμα από περιοδικό, που εξηγεί κάποια πράγματα. Όπως φαίνεται, δεν είσαι ο μόνος που έψαχνε για την προέλευση του ονόματος από τη λάθος πλευρά της Μάγχης:

THE mystery of the word carter, meaning a sump, gearcase or housing in French, is a mystery no longer. As I hoped they would, various readers have written to say who Mr. Carter was and when he flourished. It seems that I was right in diagnosing him as an Anglo-French engineer of the late 19th century but wrong in associating him with steam. He was a bicycle man named J. Harrison Carter, who worked in France and is famous in cycling circles for having invented an oil-tight chaincase for bicycles. This device was a boon on the dusty roads of the ‘Eighties and ‘Nineties, and was adopted in this country by the manufacturers of Sunbeam cycles, who had a great success with what they called «the little oil-bath». Similar oil-baths, somewhat larger, were used on the early chain-drive Sunbeam motorcars, which were, in fact, Berliet cars imported from France. Although English cyclists were agreed that «the little oil-bath» was a splendid thing to have, and agreed also that a genuine Carter was much better than the many imitations, they never paid J.H.C. the compliment of making his name a household (and workshop) word. The French did so, and I have to thank M.J. Chanet, of Tours, for giving me chapter and verse from Dauzat’s etymological dictionary: “carter. From name of its inventor, the Englishman JHC (d. 1903). The first recorded use of the word is in the Velo-Journal for December, 1891.”
Από το περιοδικό The Motor, τόμος 110, σελ. 688.

Advertisements

Μουφιστορήματα

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στη Λεξιλογία.

Μουφιστορήματα: Πόσες μούφες υπάρχουν τελικά στα ελληνικά και από πού τις φέραμε;

Ο κυρ-Στέλιος, γείτονας, φίλος και επισκευαστής των πάντων είχε περάσει τις προάλλες για μια μικροεπισκευή στα υδραυλικά. Ο κυρ-Στέλιος έχει μανία με τη γλώσσα και από τότε που έμαθε ότι ασχολούμαι με τέτοια θέματα, με ρωτάει διάφορα, συζητάει, διαβάζει στο ίντερνετ, έχει μάθει και παρακολουθεί ανελλιπώς τον Σαραντάκο και τη Λεξιλογία και όλα τα σχετικά.

Μόλις τέλειωσε λοιπόν την επισκευή στη βρύση (λίγο καννάβι ήθελε στις συνδέσεις, τίποτε σπουδαίο, αφορμή για επίσκεψη και κουβέντα περισσότερο), με κοίταξε με το βλέμμα «σήμερα σε έχω στο τσεπάκι» και με ρώτησε:

«Εσύ πού ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει, από πού μας ήρθε στα ελληνικά η μούφα; Αυτό το συνδετικό ντε, ανάμεσα στις σωλήνες, εκεί που έβαλα το καννάβι;»

«Μηχανικός είμαι, κυρ-Στέλιο», του είπα, «και ξέρω και γερμανικά από πάνω. Φυσικά από το γερμανικό, Muffe, που σημαίνει το ίδιο πράγμα.»

«Σε τσάκωσα», μου είπε θριαμβευτικά. «Το λεξικό που με στέλνεις κάθε φορά στο ίντερνετ (εννοεί το ΛΚΝ) δεν μιλάει για τίποτε γερμανικά. Για αγγλικά και γαλλικά λέει. Την πάτησες, κι εσύ κι η φιλενάδα σου η Μέρκελ. Άντε τώρα να μελετήσεις και θα περάσω μεθαύριο, να φτιάξεις καφέ, να σε εξετάσω…»

Και με έστειλε καλοκαιριάτικα να κάνω τον αστυνόμο Μουφίνη…

—–

Μούφες: Στα υδραυλικά του Όθωνα και της Αμαλίας;

Διαπιστώνει (για λογαριασμό του κάθε μάστορα) το 1905 ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης στο πρώτο του έργο: Ξενηλασία ή ισοτέλεια; Μελέτη περί των ξένων λέξεων της Νέας Ελληνικής (βρίσκεται στον 1ο τόμο των Απάντων του): […]δεν θα του γίνουν σαφέστερα το παξιμάδι, το κασκαβάλι, οι μάσκουλες, οι κοτσάδες, η μούφα και ο μακαράς μετατρεπόμενα εις περικόχλιον, εφηλίδα, γιγγλύμους, ζευκτήρας, σύνδεσμον και πολύσπαστον[…]

Ορίστε την, λοιπόν: η μούφα.

Το σκίτσο της εδώ είναι από το βιβλίο του Λάζαρου Λαζαρίδη Υδραυλικές εγκαταστάσεις (Α’ έκδοση 1980), από τη Βιβλιοθήκη Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου (Γ’ Λυκείου) των εκδόσεων του Ιδρύματος Ευγενίδου (περίοδος 1977-1999).

(Παρεμπιπτόντως από το βιβλίο αυτό μαθαίνουμε ότι υπάρχει και η αριστερή μούφα:
Η αριστερή μούφα είναι απλή μούφα που διαφέρει στο ότι έχει τα μισά σπειρώματά της δεξιά και τα άλλα μισά αριστερά, Έτσι, όταν στρέφεται η μούφα προς τη μία φορά, βιδώνει και στα δύο άκρα των σωλήνων.)

Ώρα τώρα για τα λεξικά. Σύμφωνα με το ΕΛΝΕΓ: μούφα είναι «είδος σωλήνα» μεταφορά του γερμ. Muffe, μτφ. χρήση τού αρσ.Muff «γούνινο γάντι», που συνδ. με αγγλ. muff και ολλ. mof.

Ωραία. Από τα γερμανικά. Αυτό που ήξερα. Κι αυτό που είναι και το λογικό. Διότι, ποιος έφερε στην Ελλάδα υδραυλικές εγκαταστάσεις για τρεχούμενο νερό μέσα στα σπίτια, με μεταλλικούς σωλήνες (μολυβένιους ή σιδερένιους), την τεχνολογία των αρχών του 19ου αιώνα; Μα ο Όθωνας και οι Βαυαροί του, αμέσως μετά την επανάσταση, για τα ανάκτορα και τα σπίτια των αυλικών.

Χρησιμοποιούσαν ήδη οι Γερμανοί τον όρο Muffe στα μέσα της δεκαετίας του 1830; Βεβαίως, ορίστε και η απόδειξη χάρη στα γκουγκλοβιβλία: Η μούφα αναφέρεται στον δεύτερο τόμο του βιβλίου Handbuch der theoretischen und praktischen Wasserbaukunst (Εγχειρίδιο της θεωρητικής και πρακτικής υδραυλικής), που έχει κυκλοφορήσει το 1829 και στο οποίο γίνεται ακριβής περιγραφή της συνδεσμολογίας των σωλήνων με μούφες (ο πρώτος τόμος του εγχειριδίου κυκλοφόρησε το 1826). Και η ωραία σύμπτωση: Το γκουγκλοβιβλίο που έχει αποτυπωθεί ψηφιακά προέρχεται από τη Βαυαρική βιβλιοθήκη του Μονάχου. 

Και στο ΛΚΝ; Μα… η έκπληξη που μου ετοίμασε ο κυρ-Στέλιος:

μούφα η [múfa] Ο25α : μικρός σωλήνας που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο άλλους συνεχόμενους.
[ίσως αγγλ. muff ή γαλλ. mouffle -α αναλ. προς το βάνα]

Πώς είναι δυνατό; Ιδίως το αγγλικό μού φαίνεται δύσκολο. Δεν θα είχε γίνει μάφα ή μάφι ή μάφο; Και σαν πότε να μπήκε από τα αγγλικά η συγκεκριμένη ορολογία στα ελληνικά; Και γιατί η μούφα από τα αγγλικά και η βάνα από τα γαλλικά; Όχι ότι αποκλείεται, βέβαια, αλλά γιατί; Επειδή οι σωλήνες είναι σε ίντσες; Μα οι σωλήνες είναι παντού σε ίντσες.

Το γαλλικό πάλι, είναι πιο ζόρικο. Έχει κι αυτό τις δυσκολίες του, βέβαια: Πρώτα-πρώτα, ότι η γαλλική προέλευση δεν εξηγεί πού, πώς και γιατί χάνεται το λάμδα: Εντάξει, άντε να γίνει το moufle (παρεμπ, σωστό είναι με ένα f) *μούφλ኷ η μούφα πώς θα προκύψει από εκεί; Δεν είναι δα ότι έχουμε κανένα πρόβλημα εκφοράς με μπούφλες, βάφλες, παντό/ούφλες κλπ.

Μετά, από πού προκύπτει ότι η εισαγωγή της μούφας ακολούθησε χρονικά την εισαγωγή της βάνας; Γιατί να μη συνέβη το αντίστροφο; Ποιο από τα δύο τεχνολογικά εξαρτήματα μπήκε πρώτο στα ελληνικά;

Επιστροφή στις Υδραυλικές εγκαταστάσεις του Λαζαρίδη να δούμε τι λέει για τη βάν(ν)α -τη γράφει έτσι, με την παλιά γραφή. Εκεί μαθαίνουμε ότι το κλείσιμό τους γίνεται με την ολίσθηση κάποιου δίσκου κάθετα προς τη ροή που οδηγείται από κάποιο βάκτρο και ότι χρησιμοποιούνται για μεγάλες διαμέτρους, δηλαδή πάνω από 1,25″, ιδιαίτερα δε στα πυροσβεστικά δίκτυα.

Να από εκεί και το πορτέτο μιας βάνας:

Η εντύπωσή μου είναι λοιπόν ότι η βάνα πρέπει να μπήκε στα ελληνικά μετά από τη μούφα. Η βάνα βρίσκεται σε δίκτυα ύδρευσης με μεγάλη παροχή και αυτά, αναμφισβήτητα, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πολύ αργότερα από τις υδραυλικές εγκαταστάσεις των ανακτόρων και των σπιτιών των αυλικών του Όθωνα που, αν θυμάμαι καλά, αντλούσαν νερό από πηγάδια.

«Γι’ αυτό, λοιπόν», είπα την άλλη μέρα στον κυρ-Στέλιο, «χωρίς να έχω τα στοιχεία να το αποδείξω –θέλει πολύ ψάξιμο για να εντοπίσεις το ακριβές χρονολόγιο– εξακολουθώ να πιστεύω ότι η μούφα ήρθε από τα γερμανικά. Μάλλον όχι από τα αγγλικά και μάλλον ούτε από τα γαλλικά.

«Επομένως, μούφα η προσπάθειά μου να σε τυλίξω;», μου χαμογέλασε πονηρά.

«Α, όχι, κυρ-Στέλιο, αυτή είναι άλλη μούφα. Εντελώς άλλο πράγμα, φρέσκο-φρέσκο. Αλλά για την άλλη μούφα, θα κεράσεις εσύ τον καφέ, αύριο…»

—–

Μούφες: Σκότες, μανσέτες και παραμύθια

«Άντε, λοιπόν! Όλη τη Μάγχη αποφάσισες να κολυμπήσεις σήμερα;», μου φώναξε από τη βεράντα του ο κυρ-Στέλιος μόλις με είδε να γυρίζω από το πρωινό μου μπανάκι –γιατί, δεν νομίζω να το είπα, αλλά οι συζητήσεις αυτές γίνονται παρά θιν’ αλός, άντε λίγο παραμέσα, στον αττικό παραθεριστικό οικισμό όπου βρισκόμαστε.

«Βάλε τον καφέ κι έρχομαι!»

Λίγα (σχετικό είναι αυτό) λεπτά αργότερα, ανέβαινα στη βεράντα με το λαπιτόπι ανά χείρας.

«Τι το ‘φερες κι αυτό, για να με παραμυθιάσεις με τις μούφες σου καλύτερα;», κορόιδεψε ο κυρ-Στέλιος.

«Μπα, για να μην μπερδευτώ με τις υπόλοιπες μούφες που θέλω να σου δείξω πρώτα. Αλλά κυρίως, για να σου δείξω μια υπέροχη εικόνα μούφας σωληνώσεων, από την ποδηλατοποιία, που βρήκα σε ένα από αυτά το παλιά γερμανικά λεξικά που με ξελασπώνουν κάθε τόσο.»

«Που ποιος ξέρει πώς την λένε στα ελληνικά, αφού ως γνωστόν εδώ δεν είμαστε ικανοί ούτε ποδήλατο να φτιάξουμε…»

«Μην το λες, τουλάχιστον συναρμολογούμε», του απάντησα και του έδειξα τη μούφα ποδηλάτων που είχα εντοπίσει (λεξικό Meyers, 1905).

«Πάμε λοιπόν στις μούφες ίσον παραμύθια, σαν αυτή που μας έλεγε ο άλλος την προηγούμενη εβδομάδα για τη σύνταξη του αρχηγού του στόλου

«Μισό λεπτό, να σου δείξω πρώτα κάνα-δυο άλλες μούφες που βρήκα στο ψάξιμο.»

Το πρώτο εύρημα είναι από άρθρο του Κώστα Καραποτόσογλου από τα Ελληνικά, τ.55, έκδοση της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών για τα Γλωσσικά της Μυκόνου, όπου εξετάζει υλικό από το Ιστορικό λεξικό του μυκονιάτικου ιδιώματος, έργο του Στ. Μάνεση, και το Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, έργο του Π. Κουσουθανά. Όλο το άρθρο σε pdf εδώ:http://media.ems.gr/ekdoseis/ellinik…potosoglou.pdf

Εκεί, σε έναν κατάλογο με λέξεις μυκονιάτικες, έχουμε:

Η λ. μούφα, η, προσδιορίζεται ως σκόdα, το σκοινί που δένομε το πανί στη μάπα, το χαλκά της κουπαστής ή μούφα βιδωτή, ενώ στην τεχνική νεοελληνική ορολογία ορίζεται [Ι. Χαραλάμπης, Τεχνικόν και γενικόν αγγλοελληνικόν και ελληνοαγγλικόν λεξικόν, Αθήναι, χ.χ. σ.242] ως: pipe-coupling (=σύνδεσμος σωλήνων), pipe-union (= ένωση σωλήνων, ρακόρ) και προέρχεται από το αγγλικό muff = χιτώνιον, μανσόν, μανίκι, muff-coupling = ζεύξις δια χιτωνίου, σύνδεσμος μανσόν, πρβ. Και το ιταλ. mùffola = muffle, mùffola di giunzione = junction box (= κιβώτιο διανομής, κιβώτιο συνδεσμολογίας).

Η σκόdα στην πρώτη ερμηνεία είναι, βέβαια, η γνωστή στη ναυτική ορολογία σκότα (από ιταλ. scotta, στα αγγλικά sheet). Θα είχε ενδιαφέρον να ερευνήσει κανείς πώς εμφανίστηκε και επικράτησε στη Μύκονο αυτή η εκδοχή. Πιθανότερο φαίνεται από το ιταλικό mùffola, αλλά γεννιέται το ερώτημα γιατί ειδικά εκεί δεν επικράτησε η scotta.

Όσο για την ερμηνεία από αγγλική προέλευση, νομίζω ότι ούτε εδώ βρίσκω την απάντηση στο πότε, πώς και γιατί. Ότι ένα αγγλοελληνικό τεχνικό λεξικό προκρίνει την ερμηνεία από τον αγγλικό όρο, ιδιαίτερα όταν κυκλοφορεί σε εποχή που δεν υπάρχουν τα σύγχρονα μεγάλα γενικά λεξικά, δεν μου φαίνεται περίεργο.

Η επόμενη αναφορά που βρήκα για μούφες είναι στο Λεξικό της ελληνικής αργκό του 1999 (Β΄ μέρος), που δίνει:

μούφα = (α) καλό ταίριασμα. Από τη μούφα, την ελαστική κορδέλα που μπαίνει σε διάφορες συναρμολογήσεις στις μηχανές και στα αυτοκίνητα. Στα ιταλικά λένε μούφα το φαρδύ μέρος από τα δύο μπουριά που συναρμολογούνται. β) η ψευδεπίγραφη υπόθεση, η μαϊμού. Απαξιωτικός χαρακτηρισμός υπόθεσης ή προσώπου.

Διάλειμμα για βαθιά ανάσα. Ξανακοιτάζουμε τον πρώτο ορισμό. Η μούφα, ελαστική κορδέλα (άσε το καλό ταίριασμα); Μα δεν λέμε μανσέτες αυτά τα εύκαμπτα συνδετικά; Από το μανσόν (γαλλ. manchon), το κυλινδρικό κάλυμμα των χεριών που φορούσαν οι κυρίες για να ζεσταίνουν τα χέρια τους;

Ναι, από το ίδιο μανσόν που ονομάζεται στα αγγλικά (και στα γερμανκά!) muff!

Και «στα ιταλικά λένε μούφα το φαρδύ μέρος από τα δύο μπουριά που συναρμολογούνται»; Δεν μπορώ να το αμφισβητήσω, αλλά εγώ βρίσκω muffa στα ιταλικά τη μούχλα. Περίεργο και ενδιαφέρον. (wikiεικόνες).

Αυτό που όμως μας ενδιαφέρει περισσότερο από το λήμμα σε αυτό το λεξικό είναι ο δεύτερος ορισμός: η ψευδεπίγραφη υπόθεση, η μαϊμού. Απαξιωτικός χαρακτηρισμός υπόθεσης ή προσώπου

Είναι η μούφα που έχει γεμίσει τον γκούγκλη. Δεν το πιστεύετε; Ορίστε, μια αναζήτηση για μούφα OR μούφες:
Τα αποτελέσματα ξεπερνάνε το εκατομμύριο (γκουγκλοεκατομμύριο, έστω). Τι είναι η Ελλάδα; Ο παράδεισος των υδραυλικών; Η χώρα των άξιων επιγόνων του Ευπαλίνου, του Αρχιμήδη, του Ήρωνα του Αλεξανδρινού; Φυσικά και όχι.

Το πολύ μεγάλο μέρος από αυτό το εκατομμύριο (ή όσο είναι, τέλος πάντων, άντε να βγάλεις άκρη με τον γκούγκλη) δεν έχει σχέση με μηχανολογικά. Είναι άρθρα που χρησιμοποιούν τη λέξη μούφα με τη δεύτερη σημασία του Λεξικού της αργκό. Ή περίπου με τη σημασία αυτή. Επειδή, καταπώς φαίνεται, άλλοι ιστότοποι δίνουν διαφορετικούς, αν και παρεμφερείς ορισμούς. Π.χ., το slang.gr δίνει:

μούφαΜάπα, πίπα, κόφα, κακής ποιότητας, κακών προδιαγραφών, κακής αποτελεσματικότητας. Κάτι είναι μούφα όταν είναι ψεύτικο ή φτιαχτό ή δεν είναι καλό.

Άλλη ποικιλία σε σχετικό ποστ στο Φέισμπουκ.

Νομίζω όμως ότι, γενικά, μπορούμε να συμφωνήσουμε και να συνοψίσουμε τη συγκεκριμένη σημασία της μούφας σε κάτι το ψεύτικο, το πλαστό, το δήθεν· σε μια υπόθεση που μυρίζει άσχημα ή μοιάζει παραμυθένια, μουσαντένια.

Λοιπόν: Το πιο εντυπωσιακό είναι (αν και θα έπρεπε να το υποψιαστούμε και από τη χαλαρότητα στον ορισμό και από το ότι μια λέξη της τρέχουσας καθημερινότητας συμπεριλαμβανόταν ακόμη και το 1999 μόνο σε λεξικό της αργκό) ότι η λέξη, με αυτή τη σημασία της είναι φρέσκια. Δεν το πιστεύετε; Ορίστε τι απομένει από το ένα εκατομμύριο γκουγκλοευρήματα όταν σταματήσουμε την αναζήτηση δέκα χρόνια πριν από σήμερα:

Ελάχιστα ευρήματα με τη σημασία αυτή, ουσιαστικά από το 2002 και μετά. (Κάποια που μοιάζουν παλιά, δεν είναι. Θέλει προσοχή!) Η λέξη με αυτή τη σημασία δεν πρέπει να είναι παλιότερη από τη δεκαετία του 1990.

Υπάρχει όμως και άλλο ωραίο. Από πού προήλθε αυτή η σημασία της μούφας; Άγνωστο. Συνήθως, η προέλευση των λέξεων της αργκό μπορεί να εντοπιστεί. Εδώ όχι. Τουλάχιστον δεν τα κατάφερα εγώ και μόνο υποθέσεις μπόρεσα να κάνω, οπότε τις συγκέντρωσα εδώ (χωρίς αξιολογική σειρά, στην τύχη) και περιμένω σχόλια, εμπνεύσεις και νέα ευρήματα:

(α) από τα φούμαρα > φούμες («μάσες, ξάπλες, φούμες») > μούφες
(β) από το μούσι, «βελτιωτικά»: μούσι λέει η παλιά γενιά, μούφα η σημερινή
(γ) από το ηχομιμητικό «μουφ, μουφ» της μυρωδιάς. Ο Ευγ. Τριβιζάς γράφει, π.χ., στα Τρία μικρά λυκάκια, 1993 (όπου ο Ρούνι-Ρούνι, το ύπουλο κακό γουρούνι φυσάει και ξεφυσάει για να γκρεμίσει το σπίτι που μένουν τα τρία λυκάκια): Μουφ, μουφ!! μύριζε και μουφ-μουφ-μουφ ξαναμύριζε…
(δ) από το ιταλικό muffa = μούχλα που είδαμε, ίσως μέσω Επτανήσων (όπου όμως, καταπώς φαίνεται δεν χρησιμοποιείται) ή Ελλήνων φοιτητών ή ξέρω γω πώς
(ε) από συνδυασμούς των προηγουμένων: π.χ. Ο μάγκας υδραυλικός ακούει τον Ιταλό τουρίστα να διαμαρτύρεται για μούχλα: «Muffa, muffa!» και του απαντάει «Τι μούφες ρε και παραμύθια, εδώ έχουμε πλαστικούς σωλήνες!» (Θυμίζω: λαδί χρώμα = κάνουμε πλάκα!)

«Τι, αυτό ήταν όλο;», με ρώτησε ο κυρ-Στέλιος. «Έτσι, χωρίς “δια ταύτα” θα καθαρίσεις νομίζεις;»
«Και τι να κάνω κυρ-Στέλιο; Αυτά βρήκα, αυτά σου είπα. Θα έρθουν άλλοι, καλύτεροι, και θα δώσουν καλύτερες απαντήσεις –αν υπάρχουν και αν τις βρουν. Κι εγώ θα περιμένω. Άντε και μεσημέριασε…»

Πίκμανση: Μια πρόταση για την ετυμολογία της λέξης

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε μια πρόταση ετυμολόγησης που έκανα κατά τη διάρκεια συζήτησςη  στο φόρουμ Λεξιλογία σχετικά με την ετυμολογία της λέξης πίκμανση. Ευχαριστώ τους συναδέλφους για τη συνεισφορά τους στη σχετική συζήτηση.

Πίκμανση (η λέξη παρουσιάζεται  και σε άλλες μορφές: πίκμαση, πύκμαση, πύκμανση) είναι όρος από την τεχνολογία των γραφικών τεχνών και σημαίνει το χάραγμα χαρτιών και χαρτονιών στα σημεία όπου πρέπει να τσακίζουν. Η πρότασή μου βασίζεται στην ετυμολόγηση από το γερμανικό Biegemaschine, όρος που σήμερα χρησιμοποιείται για μηχανές επεξεργασίας (κάμψης) μετάλλου, ξύλου, πλαστικών.

Όμως…

Στο γερμανικό εγκυκλοπαιδικό λεξικό Meyers Großes Konversations-Lexikon του 1905, στο λήμμα Kartonnagen εξηγεί πώς κατασκευάζονται κουτιά από σκληρό χαρτόνι (τα πρώτα κουτιά ήταν, βέβαια, ξύλινα ή μεταλλικά).

Η βασική τεχνική ήταν να κόβονται οι πλευρές των κουτιών (εικ. 2 στο λήμμα) και να συνδέονται στις γωνίες τους με συνδετήρες (εικ. 4).

Όπως διαβάζουμε εκεί:

[…] baut die Sächsische Kartonnagenmaschinenfabrik in Dresden jetzt Biegemaschinen, die umgekehrt an den Biegestellen die Pappe stauchen oder wulsten und dadurch widerstandsfähiger machen.

δηλαδή:

[…]τα «Εργοστάσια Μηχανών «Χαρτονοσυσκευασίας» (δηλ. Κυτιοποιίας)» στη Δρέσδη κατασκευάζουν τώρα (θυμηθείτε, είναι αρχές του 20ου αιώνα) Biegemaschinen που, αντίθετα, (ενν. αντί να κόβουν) συμπιέζουν ή εξογκώνουν στα σημεία κάμψης το χαρτόνι και το κάνουν πιο ανθεκτικό.

Στο λήμμα απεικονίζεται φυσικά και αυτή η συγκεκριμένη Biegemaschine:

Επομένως, άσχετο πώς ονομάζονται σήμερα στα γερμανικά αυτές οι, εξειδικευμένες πια, μηχανές, η πρώτη μηχανή που έκανε αυτή τη δουλειά ονομαζόταν όπως και οι μεγαλύτερες αδελφές της, από τις οποίες καταγόταν.

Αλλά και στο Lueger: Lexikon der gesamten Technik (Λεξικό όλης της τεχνολογίας) του 1904, στο λήμμα Kartonnagen, περιγράφει –αλλά για την προετοιμασία κοπής των χαρτονιών:

[…] Hierauf versieht man sie auf der Biegemaschine mit zwei parallelen Längsbiegungen[…] δηλαδή:
[…] Για τον σκοπό αυτό εφαρμόζονται στην Biegemaschine δύο παράλληλες διαμήκεις καμπυλώσεις…

Αν συνυπολογίσουμε τώρα ότι:

α) Η Σαξονία ήταν παραδοσιακά χώρος δράσης της ελληνικής τυπογραφίας (Λειψία) και του ελληνικού εμπορίου (Δρέσδη)
β) Ότι τα γερμανικά b και g ακούγονται σε πολλές διαλέκτους ως p και k
γ) Ότι πολλά τυπογραφικά μηχανήματα στην Ελλάδα ερχόντουσαν από τη Γερμανία (π.χ. Χαϊδελβέργη)
δ) Ότι η ένταξη στην «επίσημη» ορολογία και η εμφάνιση παραγώγων (πικμαντικό μηχάνημα) και υπερδιορθώσεων (πίκμαση, πίκμανση, πύκμανση) απαιτούν κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, άρα είναι λογικό να αναζητήσουμε πώς λεγόντουσαν παλιά αυτά τα μηχανήματα και όχι σήμερα

νομίζω ότι είναι εύλογη η υπόθεση ότι η λέξη πίκμαση προήλθε από τις πρώτες Biegemaschinen που ήρθαν στην Ελλάδα:

–Φέραμε στο εργοστάσιο τα καινούργια μηχανήματα για χαρτονένια κουτιά…
–Ναι; Και πώς δουλεύουν;
–Κόβουμε το χαρτόνι και μετά το πηγαίνουμε σε αυτή την καινούργια, την Biegemaschine που τα λυγίζει.
….
–Μάστορα, και μην ξεχάσεις να βάλεις τα χαρτόνια στην πίκμασιν…

Στη συνέχεια, (όπως υπέδειξε το μέλος Zazula)  η ανάπτυξη του /n/ είναι εύκολο να εξηγηθεί και με αναλογία προς άλλες διεργασίες σε –μανσησήμανσηκύμανσηθέρμανση κλπ.

Τσαρλς Μπάξτερ: Ο γκρεμός

Η επόμενη μετάφραση του διηγήματος Ο γκρεμός (The Cliff) του Τσαρλς Μπάξτερ [Charles Baxter] έγινε για το περιοδικό Πλανόδιον και το ειδικό αφιέρωμά του περιοδικού (με επιμέλεια του Βασ. Μανουσάκη) στο υπερμικρό διήγημα («μπονζάι» κατά την ορολογία του περιοδικού). Η μετάφραση έγινε στο μονοτονικό, αλλά δημοσιεύτηκε πολυτονισμένο, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του περιοδικού. Εδώ δημοσιεύεται στην αρχική, μονοτονισμένη μορφή της (ευχαριστώ τον Ν.Λ. που την ξανακοίταξε). 

Ο γκρε­μός

(The Cliff)

Σε όλη τη διαδρομή προς τον γκρεμό, ο γέρος κρατούσε το τιμόνι με το ένα χέρι. Με το άλλο χέρι κάπνιζε. Μέσα στο αυτοκίνητο μύριζε κρασί και στάχτες από τσιγάρα. Ο γέρος έβηχε συνεχώς. Η φωνή του έμοιαζε παραλλαγή του βήχα του.

«Παλιά κάπνιζα Κάμελ άφιλτρα», είπε στο αγόρι. Ο χωματόδρομος, όλο λακκούβες, κατηφόριζε απότομα και το αμάξι χοροπηδούσε. «Όμως άλλαξα μάρκα. Τα Κάμελ μ’ εμπόδιζαν στο φαγητό. Δεν καταλάβαινα τι γεύση είχαν αυτά που μου μαγείρευε η Δουκέσα. Κρέας, σαλάτες, ζελέδες, όλα την ίδια γεύση. Άρχισα λοιπόν αυτά με τη λίγη πίσσα. Εσύ, αγόρι, δεν καπνίζεις, ε;»

Το αγόρι, με το βλέμμα καρφωμένο στο δρόμο, κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Και βέβαια όχι, μ’ αυτά που σ’ έμαθα, αυτό δα έλειπε. Γι’ αυτό που κάνουμε πρέπει να το κρατάς αγνό το σώμα σου».

«Εσύ δεν κρατάς αγνό το δικό σου», είπε το αγόρι.

«Εγώ δεν χρειάζεται. Αλλά ήταν αγνό. Και όπως λέω, κανείς δεν είναι δυο φορές αγνός».

Τα καλιφορνέζικα πεύκα, που έμοιαζαν έτοιμα να σπάσουν στα δύο, έμεναν ακίνητα καθώς περνούσαν από δίπλα τους. Το αγόρι νόμισε πως άκουσε τα κύματα μπροστά τους να παφλάζουν. «Κοντεύουμε;»

«Είσαι βιαστικός όμως», είπε ο γέρος, συγκρατώντας το βήχα του. «Αγόρι, σ’ το είπα εκατό φορές: Για να το κάνεις αυτό, πρέπει να γυμνάσεις τη θέλησή σου. Λίγο να βιαστείς και…».

«…Ξέρω, ξέρω, “πέθανες”». Το αγόρι φορούσε τζάκετ και καπελάκι των Νιου Γιορκ Μετς. «Τα ξέρω όλα αυτά. Μου τα ’μαθες. Ρώτησα μόνο αν κοντεύουμε να φτάσουμε».

«Έχεις γυναίκα, αγόρι;» Ο γέρος τον κοίταξε καχύποπτα. «Έχεις γυναίκα;»

«Μα είμαι μόνο δεκαπέντε χρονώ», είπε το αγόρι αμήχανα.

«Ε, δεν σε πήραν και τα χρόνια, και σε αυτά εδώ τα μέρη μάλιστα».

«Κάτι φιλιά μόνο», είπε το αγόρι. «Αυτός είναι ο ωκεανός;»

«Αυτός είναι», είπε ο γέρος. «Μερικές φορές νομίζω ότι ξέρω τα πάντα για σένα και μετά, άλλες φορές, νομίζω ότι δεν ξέρω τίποτα. Δεν μου αρέσει να παίρνω τέτοια ρίσκα. Μπορεί να μου κρύβεις κάτι. Το μαγικό δεν πιάνει μία αν μου κρύβεις κάτι».

«Θα πιάσει», είπε το αγόρι, κοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα τη μακριά γραμμή των γαλανών νερών. Χαμήλωσε το γείσο για να μη θαμπώνεται. «Θα πιάσει μια χαρά».

«Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης», απαρίθμησε ο γέρος. «Και τα ξόρκια. T’ ομολογώ πως μερικές φορές παραστράτησα από το δρόμο της αρετής. Αλλά τα ξόρκια δεν τα ξεχνάω ποτέ. Τα ξέχασες, πέθανες».

«Δεν θα τα ξεχνούσα», είπε το αγόρι.

«Το καλό που σου θέλω, να μη μου λες ψέματα. Αν έκλεψες, αν πήγες με τις πόρνες, αν πήρες κακό δρόμο, σύντομα θα το μάθουμε». Σταμάτησε το αμάξι σ’ ένα ξέφωτο. Γύρισε το κλειδί να σβήσει η μηχανή κι έβγαλε από κάτω από το κάθισμά του ένα μπουκάλι κρασί. Τα χέρια του τρέμανε. Ο γέρος ξεβίδωσε το βούλωμα και ρούφηξε μια γερή γουλιά. Το ξαναβίδωσε και ξεφύσηξε το γλυκό άρωμα προς το αγόρι. «Για τα νεύρα μου», είπε. «Δεν το κάνω καθημερινά».

«Δεν πιστεύεις πια στα ξόρκια», είπε το αγόρι.

«Εγώ είμαι τα ξόρκια», έβαλε τις φωνές ο γέρος. «Δικιά μου εφεύρεση είναι. Απλώς δεν θα ήθελα να δω ένα αγόρι όλο ζωή όπως εσύ να τσακίζεται στα βράχια επειδή δεν πιστεύει στα ξόρκια».

«Μη χολοσκάς», είπε το αγόρι. «Μη χολοσκάς για μένα».

Βγήκαν ταυτόχρονα από το αυτοκίνητο και ο γέρος έπιασε από το πίσω κάθισμα την κουλούρα με το σχοινί του.

«Δεν το χρειάζομαι», είπε το αγόρι. «Δεν το χρειάζομαι το σχοινί».

«Μικρέ, ή θα το κάνουμε με τον τρόπο μου ή δεν θα το κάνουμε καθόλου».

Το αγόρι έβγαλε τα παπούτσια του. Με τα γυμνά του πόδια πάτησε σε πευκοβελόνες και πέτρες. Φορούσε ξεβαμμένο μπλουτζίν και μια μπλούζα λεκιασμένη από το μπουκάλι το κρασί του γέρου. Είχε βγάλει το μπουφάν του στο αυτοκίνητο, αλλά φορούσε ακόμη το καπελάκι. Περπάτησαν ένα κομμάτι με καμένα χόρτα κι έφτασαν στην άκρη του γκρεμού.

«Κοίτα τους γλάρους εκεί κάτω», έδειξε ο γέρος. «Θα ’ναι και καμιά εκατοστή». Η φωνή του έτρεμε από την ένταση.

«Τους ξέρω τους γλάρους». Το αγόρι έπρεπε να φωνάζει δυνατά για να ξεχωρίσει η φωνή του από τα κύματα. «Τους έχω ξαναδεί».

«Είσαι ξυπνοπούλι, ε;» έβηξε ο γέρος. Πήρε ένα τσιγάρο από το πουκάμισό του και το άναψε με τον ζίπο του. «Εντάξει, βαρέθηκα να σου λέω τι να κάνεις, κύριε Παντογνώστη. Βγάλε την μπλούζα». Το αγόρι την έβγαλε. «Φτιάξε τώρα έναν κύκλο στο χώμα».

«Με τι;»

«Με το πόδι σου».

«Μα δεν υπάρχει καθόλου χώμα».

«Κάνε αυτό που σου λέω».

Το αγόρι τέντωσε το πόδι του και σχεδίασε έναν μαγικό κύκλο γύρω του. Κανείς δεν θα μπορούσε να τον δει, αλλά εκείνος ήξερε ότι ήταν εκεί.

«Τώρα κοίτα στον ορίζοντα και πες του αυτά που σου είπα να του πεις».

Το αγόρι έκανε όπως του είπε.

«Τώρα πιάσε το σχοινί, από αυτή την άκρη». Ο γέρος τού την έδωσε. «Θεέ μου, μερικές φορές πραγματικά δεν ξέρω». Ο γέρος έσκυψε και τράβηξε άλλη μια γουλιά κρασί. «Είναι το μυαλό σου καθαρό;»

«Ναι», είπε το αγόρι.

«Φοβάσαι;»

«Τσκ».

«Βλέπεις κανέναν;»

«Μπα».

«Καμιά τελευταία ερώτηση;»

«Να απλώσω τα χέρια μου;»

«Έτσι το κάνουν στη Σοβιετία», είπε ο γέρος, «αλλά εκεί το κάνουν και καβάλα σε γουρούνες. Τέτοιοι άνθρωποι είναι. Όχι, δεν χρειάζεται να απλώσεις τα χέρια σου. Έτοιμος; Πήδα!»

Το αγόρι δοκίμασε με τα πόδια του την άκρη του γκρεμού, πήδηξε, κι αισθάνθηκε τη μαγεία και τον ορίζοντα να τον ανυψώνουν και να τον τραβάνε έξω, πάνω από το νερό, το σώμα του παράλληλο στη γη. Έβαλε στο μυαλό του να βουτήξει προς τον γκρεμό και ξαφνικά ν’ αλλάξει ρότα και να τον αποφύγει, και, όπως ακριβώς το σκέφτηκε, έτσι και το έκανε. Στην αρχή κρατούσε ακόμη το σχοινί, αλλά ακόμη και ο γέρος είδε ότι του ήταν άχρηστο και το ξαναμάζεψε κουλούρα. Το αγόρι, φορώντας το τζιν και το καπελάκι του, ανέβηκε προς τα ουράνια και μετά βυθίστηκε προς τους γλάρους κι ύστερα, το ίδιο εύκολα, πήρε πάλι ύψος και πέρασε με ταχύτητα πάνω από το κεφάλι του γέρου, πριν ανοιχτεί και πετάξει πάνω από το νερό.

Φώναζε ευτυχισμένος.

Ο γέρος πήρε ξανά από κάτω το κρασί του.

«Στον ήλιο!» φώναξε ο γέρος. «Στον ωκεανό! Στη γη! Έτσι πρέπει να γίνεται!» Και ξαφνικά έβαλε τα γέλια, και ο βήχας του ανήκε στο παρελθόν. «Στον ουρανό!» είπε τελικά.

Το αγόρι πετούσε σχηματίζοντας μεγάλους κύκλους, όλο και πιο ψηλά. Έκανε τούμπες στον αέρα, βουτούσε, αναποδογύριζε και ανεμοπορούσε. Τα μάτια του είχαν κι εκείνου θαμπώσει από το γαλάζιο και, όπως και ο γέρος, οσφραινόταν το αλάτι της θάλασσας.

Εκείνος όμως ήταν έφηβος. Χρωστούσε ευγνωμοσύνη στο γέρο που του δίδαξε τα ξόρκια. Αλλά αυτά εδώ –οι γκρεμοί, η θάλασσα, ο γαλάζιος ουρανός, το γλυκό κρασί– αυτά ήταν τα γούστα του γέρου, όχι δικά του. Τον αγαπούσε τον γέρο που μοιράστηκε τα ξόρκια του. Θα τον θυμόταν πάντα γι’ αυτό.

Αλλά, καθώς πετούσε, του ερχόντουσαν ιδέες. Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν· αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα καθώς τα ρολόγια χτυπάνε μεσάνυχτα.Θυμήθηκε τις γουρούνες κι η σκέψη φάνηκε ενδιαφέρουσα στο αγόρι. Χαμογέλασε πλατιά στο γέρο, που του έγνεφε από κάτω, από πολύ μακριά· που είχε ξεχάσει εδώ και καιρό τους άσεμνους σκοπούς της πτήσης.

Εδώ το πρωτότυπο κείμενο σε pdf.

Το αποτύπωμα ενός μεγάλου Έλληνα θαλασσοπόρου

Το επόμενο κείμενο, το πρωταπριλιάτικό μου του 2011, δημοσιεύτηκε  στη Λεξιλογία και αναδημοσιεύτηκε από τον Νίκο Σαραντάκο, στο ιστολόγιό του. Ακολούθησαν πολλά σχόλια και στους δύο ιστότοπους -ανάμεσά τους και σχόλια που  μπορούν να εκπλήξουν τον αναγνώστη.

Το άρθρο κέρδισε και… μια εύφημη μνεία (από σπόντα) από τον Αθήναιο, στο LIFO.

Το αποτύπωμα ενός μεγάλου Έλληνα θαλασσοπόρου

Ποιος στη μακρινή Ελλάδα γνώριζε την κακότυχη Φουκουσίμα πριν από το πυρηνικό ατύχημά της; Ποιος να φανταζόταν ότι μετά την 11η Μαρτίου 2011, τον φονικό σεισμό 9.0 R και το τσουνάμι της Ιαπωνίας αυτό το άγνωστο μέρος θα έμπαινε ορμητικά στην καθημερινότητά μας;

Ποιος κάθισε μετά από τα αποκαλυπτικά γεγονότα να ασχοληθεί με κάτι λιγότερο άμεσο από τους πυρηνικούς αντιδραστήρες της; Ποιος αναρωτήθηκε άραγε για την ιστορία της περιοχής και, κυρίως, ποιος προβληματίστηκε για το όνομά της; Και όμως, εδώ στη μακρινή Ελλάδα έπρεπε να πονηρευτούμε περισσότερο με αυτό το Φούκου σίμα.

Σύμφωνα με την αγγλική Wikipedia, εδώ, η πόλη Φουκουσίμα βρίσκεται στην ομώνυμη περιφέρεια και αρχικά ονομαζόταν Σινόμπου-νο-Σάτο («το χωριό του Σάτο»). Αργότερα, το χωριό άρχισε να επεκτείνεται γύρω από το κάστρο Φουκουσίμα και κατά την περίοδο Έντο (1603-1868) πλούτισε με το εμπόριο του μεταξιού.

Τι ξέρουμε για το κάστρο Φουκουσίμα; Όχι πολλά, τουλάχιστον σύμφωνα με τη γουίκη: Απλώς ότι στη διάρκεια μιας πολιορκίας το 1554, ο διοικητής του αναγκάστηκε να το παραδώσει όταν τελείωσαν τα αποθέματα της τροφής τους. Το κάστρο δεν υπάρχει πια.

Φεύγοντας προς στιγμή από τις ιαπωνικές ακτές του Ειρηνικού, ας δούμε τι συνέβαινε εκείνα τα χρόνια στην απέναντι πλευρά του ωκεανού, εκεί που είναι σήμερα η Βρετανική Κολομβία στον Καναδά και η πολιτεία Ουάσινγκτον των ΗΠΑ. Εκεί, ένας μεγάλος θαλασσοπόρος που γεννήθηκε στην Κεφαλονιά, ο Ιωάννης Φωκάς (Βικιπαίδεια), πιο γνωστός με το εξισπανισμένο όνομά του Χουάν ντε Φούκα (Wikipedia: Juan de Fuca) άνοιγε νέους θαλάσσιους δρόμους και ανακάλυπτε άγνωστες για τους Ευρωπαίους περιοχές.

Σύμφωνα με το άρθρο για τον Φωκά στη γουίκη, τίποτε δεν είναι γνωστό για τη ζωή του πριν μπει στην υπηρεσία των Ισπανών, κάποια στιγμή γύρω στο 1555. Με άλλα λόγια, έναν χρόνο μετά την πολιορκία του κάστρου στην απέναντι μεριά του ωκεανού, του κάστρου όπου υψώθηκε για πρώτη φορά το Σήμα του γενναίου Φωκά, το Φούκου Σήμα.

Είναι αλήθεια ότι η έρευνα για τέτοια ιστορικά γεγονότα δεν είναι εύκολη. Όποιος έχει όμως μάτια βλέπει πως στη σημερινή σημαία της πόλης

διασώζονται ολοφάνερα τα χνάρια του πρώτου εκείνου σήματος που ύψωσε ο Φωκάς: το πορφυρό του Βυζαντίου, ο έντεχνα κρυμμένος σταυρός μαζί με το βυζαντινό μισοφέγγαρο που πλέκονται να δώσουν ένα περήφανο αρχαϊκό Φ.

Φούκου-Σήμα: Στα χνάρια ενός ακόμη μεγάλου Έλληνα;

Καρλ Βάιγκελ, από τη Λειψία

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο φόρουμ Λεξιλογία, σε συνδυασμό με το άρθρο  Ο λησμονημένος κ. Βάιγκελ και τα απλορωμαϊκά λεξικά τουπου δημοσίευσε ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του.

Ποιος ήταν ο Καρλ Βάιγκελ από τη Λειψία, και τι μας νοιάζει εμάς;

Ο λόγος που θα έπρεπε ίσως να μας νοιάζει είναι το απλορωμαϊκό (ελληνικό)-ιταλογερμανικό (δίνω την πιο εύχρηστη διεύθυνση των γκουγκλοβιβλίων, αν και υπάρχουν και στην Ανέμη) και το γερμανο-απλορωμαϊκό λεξικό του, που εξέδωσε αντίστοιχα το 1796 και το 1804 στη Δρέσδη και για τα οποία γράφει αναλυτικά σήμερα ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του: Ο λησμονημένος κ. Βάιγκελ και τα απλορωμαϊκά λεξικά του.


Η Δρέσδη τον 18ο αιώνα. Για μεγαλύτερη εικόνα, πατήστε εδώ.

Ο Καρλ Κρίστιαν Λέμπερεχτ Βάιγκελ [Karl Christian Leberecht Weigel]· Λέμπερεχτ θα πει Ορθόβιος –-κατά πώς φαίνεται και από άλλα ονόματα της οικογένειας, ήταν τότε η μόδα να δίνουν κι από ένα παρακινητικό κι ένα θεοσεβούμενο όνομα στα παιδιά τους– ήταν ένας γιατρός που γεννήθηκε το 1769 στο «μικρό Παρίσι» της Σαξωνίας, τη Λειψία και πέθανε το 1845 στην πρωτεύουσά της τη Δρέσδη.

Σύμφωνα με τα βιογραφικά στοιχεία από τον κατάλογο των επιστολογράφων του Γκαίτε, αφού (πιθανότατα…) ολοκλήρωσε τις σπουδές του, ο Καρλ Βάιγκελ ταξίδεψε από το 1792 ως το 1795 στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελβετία, το 1794 βρέθηκε στη Βιέννη, το 1796 είναι άμισθος υφηγητής (Privatdozent) στη Λειψία, αλλά το 1799 ασκεί την ιατρική στο Μάισεν και από το 1801 στη Δρέσδη. Το 1813 φυλακίζεται στην Ερφούρτη, αργότερα όμως είναι σύμβουλος της σαξωνικής-βαϊμαρικής αυλής, το 1817-18 είναι πάλι στην Ιταλία και αργότερα επιστρέφει στη Δρέσδη.

Το όνομα Βάιγκ(ε)λ στα γερμανικά δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο και το συναντάμε σε διάφορες παραλλαγές: Weigel, Waigel, Weigl. Για τους συγκεκριμένους Βάιγκελ, αρχικά της Λειψίας και ύστερα της Δρέσδης, δεν μπόρεσα να βρω στο Διαδίκτυο όσα στοιχεία θα ήθελα· μόνο τόσο ώστε να μου γεννήσουν την περιέργεια να ψάξω, μάλλον μάταια, για περισσότερα.

Ο πατέρας του Καρλ, ο Κρίστοφ Γκότλομπ (Christoph Gottlob Weigel, Γκότλομπ θα πει Υμνόθεος) γεννήθηκε το 1726 (άλλες πηγές δίνουν το 1725) και πέθανε το 1794 στη Λειψία. Λίγα βιογραφικά στοιχεία του βρήκα, κι αυτά μάλλον επειδή συμπεριλαμβάνεται και αυτός στους καταλόγους των επιστολογράφων του Γκαίτε. Σύμφωνα με αυτά, ήταν διερμηνέας των ελληνικών στο Εμποροδικείο της Λειψίας, διετέλεσε αναπληρωτής έφορος στο Κόκκινο Κολέγιο (το κτίριο της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου της Λειψίας) και, από το 1778, ήταν ο πανεπιστημιακός δημοπράτης. Εκτός από τον Καρλ, είχε έναν ακόμη γιο, μικρότερο, τον Γιόχαν Άουγκουστ Γκότλομπ (1773-1846).

Ενδιαφέρον αυτό το βιογραφικό! Πού έμαθε καλά εκείνη την εποχή τα ελληνικά ένας Σάξωνας για να κάνει τον διερμηνέα στο Εμποροδικείο της Λειψίας; Πώς βρέθηκε έφορος (μάλλον κάτι σαν διοικητικός μάνατζερ, με τη σημερινή ορολογία) της Φιλοσοφικής της Λειψίας, σε ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια της εποχής; Το πανεπιστήμιο όπου πήγε να σπουδάσει νομικά ο Γκαίτε, αλλά κόλλησε στην ποίηση και τη φιλοσοφία. Δεν είναι μάλιστα καθόλου απίθανο οι γνωριμίες εκείνων των χρόνων να δικαιολογούν τις επιστολές που είχαν στείλει στον ποιητή τόσο ο πατέρας Βάιγκελ, όσο και αργότερα οι δύο του γιοι. (Δυστυχώς, οι επιστολές δεν βρίσκονται στο Διαδίκτυο, δεν βρήκα καν αν έχουν εκδοθεί ή αν θα πρέπει κάποιος να συμβουλευτεί επιτόπου το αρχείο.) Πώς κέρδισε ο πατέρας Βάιγκελ την επικερδή θέση του πανεπιστημιακού δημοπράτη –που έβγαζε στο σφυρί βιβλιοθήκες λογίων και περιουσίες εκλιπόντων φοιτητών και αποφοίτων του πανεπιστημίου;

Και ποια ιστορία κρύβεται πίσω από την προχωρημένη για την εποχή ηλικία (προχωρημένα σαράντα) όπου απέκτησε τους δύο του γιους; Ένας άτεκνος, άτυχος πρώτος γάμος; Οικονομική ή κοινωνική ανασφάλεια με συνέπεια να κατασταλάξει οικογενειακά σαραντάρης πια;

Η επαφή με τα ελληνικά δείχνει πιθανότατα κάποιον που είχε σπουδάσει ή έστω είχε έρθει σε επαφή με τα αρχαία ελληνικά, σε κάποιο πανεπιστήμιο ή μεγαλώνοντας ίσως σε κάποιο μοναστήρι. Επειδή μόνο με τα αρχαία ελληνικά καλός διερμηνέας δεν θα ήταν, ήταν πιθανότατα ταξιδεμένος και ίσως είχε συναντήσει Έλληνες και είχε μάθει να μιλάει τα «απλά ρωμέικα» της εποχής. Γιατί αλλιώς θα υπήρχαν κι άλλοι υποψήφιοι διερμηνείς των ελληνικών στη Λειψία, στα μέσα του 18ου αιώνα, καθώς αυτή η πόλη της Σαξωνίας ήταν το μεγαλύτερο ελληνικό κέντρο στην Κεντρική Ευρώπη της εποχής, σε ανταγωνισμό ακόμη και με την ελληνική κοινότητα της Βιέννης. Μορφωμένος λοιπόν και ταξιδεμένος –ή ίσως κυνηγημένος ή αποδιωγμένος. Ήταν ίσως κάποιος συγγενής, απόγονος, μικρανιψιός, των περίφημων εκδοτών και χαρακτών Βάιγκελ της Νυρεμβέργης ή του μαθηματικού και φιλόσοφου Έρχαρτ Βάιγκελ της Ιένας; Έπεσε θύμα θρησκευτικών διωγμών; Μόνο υποθέσεις, μάλλον τραβηγμένες μπορώ να κάνω.


Η Λειψία και τα αξιοθέατα της εποχής. Για μεγαλύτερη εικόνα, πατήστε εδώ.

Ταξιδεμένος ήταν και ο Καρλ. Αν είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι ο πρωτότοκος εκπληρώνει τις φιλοδοξίες του πατέρα, ο Καρλ πρέπει να ήταν υποδειγματικός. Σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, αναμφίβολα στα λατινικά, και πιθανότατα μελέτησε εκεί και αρχαία ελληνικά. Για τα λατινικά, δεν χρειάζεται να κάνουμε υποθέσεις· σώζονται ιατρικές μονογραφίες στη νεκρή αυτή γλώσσα, που έχουν εκδοθεί με τη συμμετοχή του. Για τα αρχαία ελληνικά, δεν βρήκα κάτι άμεσο. Πώς να σπουδάσει όμως κανείς φιλοσοφία εκείνη την εποχή χωρίς αρχαία ελληνικά;

Ίσως να ήταν στόχος για κάθε μορφωμένο άνθρωπο την εποχή εκείνη να δημοσιεύσουν κάποιο λεξικό, να συνεργαστούν σε κάποια εγκυκλοπαίδεια. Και η Λειψία είχε τους εγκυκλοπαιδιστές της, από εκεί ξεκίνησαν μεγάλες γερμανόγλωσσες εκδόσεις όπως π.χ. το Γενικό Λεξικό των Τεχνών και των Επιστημών του Γιαμπλόνσκι (1721) ή το 68τομο Μεγάλο πλήρες συνολικό λεξικό (1732-1754) και πολλές μικρότερες.

Το απλορωμαϊκό-ιταλικό-γερμανικό λεξικό που εκδίδει ο Καρλ το 1796 δείχνει πάντως ότι μιλούσε και έγραφε και ιταλικά και «απλά ρωμέικα». Ο όρος «απλορωμαϊκά» αλλά και η χρήση της γραφής Teutsch αντί του γνωστού και καθιερωμένου σήμερα Deutsch δείχνει επίσης και τη θέση του στα γλωσσικά. Είναι επηρεασμένος και ακολουθεί τη σχολή «γράφουμε όπως μιλάμε, μιλάμε όπως γράφουμε» του Γιόχαν Κρίστοφ Άντελουνγκ . Ο πολυγραφότατος Άντελουνγκ, που έζησε και εργάστηκε στη Λειψία από το 1765 ως το 1787 ως μεταφραστής, επιμελητής και διορθωτής, θεωρείται από τους σημαντικότερους διαμορφωτές της γραπτής γερμανικής γλώσσας. Μοιάζει απολύτως αδύνατο να μην είχε επαφές με τους Βάιγκελ, πατέρα και γιο, με την παρουσία του στη Λειψία, σε τόσο συγγενικούς χώρους. Άλλωστε, δεν μπορεί να είναι τυχαία η αφιέρωση στις πρώτες σελίδες του γερμανοελληνικού λεξικού στον Άντελουνγκ (από «τον προσωπικό του γιατρό, Βάιγκελ») που εκδόθηκε όταν ζούσαν και οι δύο τους πια στη Δρέσδη.

Άραγε είχαν γνωριμία και επαφή οι Βάιγκελ με τους Έλληνες της διασποράς, εμπόρους και λόγιους που περνούσαν ή παροικούσαν στη Λειψία στα τέλη του 18ου αιώνα; Μπορεί να μη γνωρίζουμε ονόματα εμπόρων που είχαν εγκατασταθεί ή περνούσαν από εκεί και δίκαζαν στο Εμποροδικείο τις υποθέσεις τους, αλλά πόσο μακριά θα πέσουμε με την υπόθεση ότι γνώριζαν ή είχαν ίσως και φιλικές σχέσεις με Δασκάλους του Γένους όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης και ο Νικηφόρος Θεοτόκης; Πόσο απίθανη είναι η υπόθεση ότι ο Καρλ γνώριζε τον Δημήτριο Δάρβαρι, όσο ζούσε και εκείνος στη Λειψία και δεν είναι συμπτωματική η αναφορά στη «γραμματική του Δαρβάρεως») (Γραμματική γερμανική ακριβεστάτη, Βιέννη 1785) στον πρόλογο του ελληνοϊταλογερμανικού λεξικού; Και δεν δείχνει στην εισαγωγή του γερμανοελληνικού λεξικού, με την κριτική που ασκεί στο παρισινό άρθρο του Κοδρικά (του 1803), ότι παρακολουθεί τα ελληνικά γλωσσικά πράγματα, έχει άποψη και προσπαθεί να συμμετέχει;

Ενδιαφέρον στοιχείο του βιογραφικού του Καρλ Βάιγκελ είναι τα ταξίδια του και οι αλλαγές κατοικίας μεταξύ 1792 και 1801. Ήταν απλώς το δικό του ταξίδι στην Ιταλία, στα πρότυπα του Γκαίτε; Ήταν κάτι διαφορετικό; Όταν αναφέρεται στην περίοδο αυτή πάντως, δεν μοιάζει ευχαριστημένος. Στην εισαγωγή του γερμανοελληνικού λεξικού του γράφει: Την εποχή εκείνη [ενν. το 1796] πίστευε [ενν. ο ίδιος] ότι η κατοικία του θα ήταν μόνιμη, ο βίος μπροστά του σταθερός και γι’ αυτό θα τα κατάφερνε χωρίς δυσκολίες και δεν μπορούσε καν να διανοηθεί τι θα επρόκειτο να συμβεί πολύ σύντομα, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να ξεκινήσει ένα μεγάλο ταξίδι, να αλλάξει δύο φορές τον τόπο της κατοικίας του, και με την πολλή του απασχόληση στην κατάστασή του να εμποδιστεί να υλοποιήσει […]

Τι ακριβώς συνέβη; Μην ξεχνάμε σε ποια περίοδο συμβαίνουν όλα αυτά. Στα πρώτα χρόνια της γαλλικής επανάστασης. Η Σαξωνία βρίσκεται αρχικά, θέλοντας και μη, στο πλευρό της Πρωσίας, άρα με τους εχθρούς της γαλλικής επανάστασης. Συνδέονται τα ταξίδια του Καρλ Βάιγκελ με τις πολιτικές εξελίξεις; Δεν μπορώ να το πω με τα στοιχεία που βρήκα. Την εποχή πάντως που αναφέρεται ότι φυλακίστηκε στην Ερφούρτη (1813, η χρονιά της Μάχης των Εθνών στη Λειψία), η Ερφούρτη ήταν γαλλοκρατούμενη και οι τιμές που του απονεμήθηκαν μετά την ήττα των Γάλλων ίσως συμβαδίζουν με αντιγαλλική ή, για όποιον το προτιμάει, πατριωτική στάση.


Το μνημείο της Μάχης των Εθνών στη Λειψία (από τη γουίκη).

Από εκεί και πέρα χρονολογικά, στο διαδίκτυο δεν βρίσκω αλλού το όνομά του, πέρα από την αναφορά του σε ένα ποίημα για την επέτειο των γενεθλίων του, το 1825. Από εκεί μαθαίνουμε ότι στο μεταξύ, εκτός από ανακτοσύμβουλος, είχε γίνει και ιππότης.

Έτσι, μένει αναπάντητη η πιο μεγάλη απορία: Τι έκανε τις ελληνικές επαφές και σπουδές του μετά το δεύτερο λεξικό του ο Βάιγκελ; Απογοητεύτηκε και εγκατέλειψε κάθε επαφή; Και τι έκανε στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης; Στάθηκε απόμακρος ή και αντίθετός της ή ένιωσε, αντίθετα, το κάλεσμα του φιλελληνισμού και βοήθησε ίσως την ελληνική αναγέννηση;

Τελειώνοντας, αξίζει να αναφέρω μερικά λόγια και για τον μικρότερο αδελφό του Καρλ. Ο Γιόχαν Άουγκουστ Γκότλομπ Βάιγκελ κληρονόμησε το άλλο κομμάτι του πατρικού βίου και το 1797 ανέλαβε πανεπιστημιακός δημοπράτης. Δεν στάθηκε όμως εκεί. Σύντομα ίδρυσε τον πρώτο ιδιωτικό οίκο πλειστηριασμών και ξεκινώντας από τα παλιά βιβλία επεκτάθηκε σε χαρακτικά και έργα τέχνης που διακινούσε σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική. Έγινε πάμπλουτος και, γύρω στα 1830, ο γιος του Γκούσταβ Βίλχελμ ίδρυσε βιομηχανία στο Χέμνιτς, ενώ το εμπόριο τέχνης πέρασε πρώτα στον άλλο του γιο, τον Ρούντολφ και, μετά τον θάνατο του Ρούντολφ, στον τελευταίο γιο του Άουγκουστ, τον Τέοντορ Όσβαλντ.

Αυτά ξέρουμε και δεν ξέρουμε λοιπόν, μέσες άκρες, για τον Καρλ Βάιγκελ από τη Λειψία, την οικογένεια και το περιβάλλον όπου έδρασε…

Για περισσότερα στοιχεία, δείτε και τα σχετικά σχόλια τόσο στο άρθρο της Λεξιλογίας, όσο και στο δίδυμο άρθρο στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου.

Η χαμένη αποκορύφωση

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στη Λεξιλογία.

Το πώς και πότε μπαίνουν οι λέξεις στα λεξικά είναι μεγάλο θέμα συζήτησης. Εξίσου μεγάλο θέμα είναι, νομίζω, και το πώς και πότε βγαίνουν ή πρέπει να βγουν από αυτά. Πώς και γιατί βγαίνει, για παράδειγμα, από τα μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας μια έννοια –ακόμη και αν παραμένει σε ευρεία (έστω και πιο ειδικευμένη) χρήση; Και ποια είναι άραγε η διαδικασία για να συμβεί αυτό; Ακολουθεί ένα παράδειγμα.

Άλλο έψαχνα πάλι στο eurovoc, άλλο με βοήθησε να ανακαλύψω. Θυμόμουν ότι στη Λεξιλογία έχουμε ήδη συζητήσει για τον όροbuttermilk (που είναι, στα ελληνικά, το ξινόγαλα –άλλο πράγμα είναι το βουτυρόγαλα, που στα αγγλικά λέγεται traditional buttermilk), μια όμως και το συνάντησα στο κείμενό μου, είπα να ρίξω μια ματιά και στο ευρωγλωσσάρι, μήπως βρω κάποια ευρωμετάφραση ή ευρωεπιβεβαίωση του όρου.

Χαζεύοντας Εκτελώντας αναζήτηση της λέξης milk στο eurovoc λοιπόν, ανακάλυψα ότι χρησιμοποιεί για τον όρο skimmed milk αποκλειστικά και μόνο την απόδοση αποκορυφωμένο γάλα.

Καθώς η σχέση μου με τα τυρογαλακτοκομικά είναι αυτή του πιστού πελάτη των σούπερ μάρκετ, εγώ το skimmed milk για αποβουτυρωμένο γάλα το ήξερα. Βουρ λοιπόν στα λεξικά:

Η Ματζέντα δίνει στο λήμμα skim πολλές ενδιαφέρουσες απαντήσεις, λιγότερο ή περισσότερο σχετικές με την περίπτωση. Συγκεντρώνω μερικές:


skim [skIm] ουσ. αφαιρώ επιπλέουσα ουσία, (ε)ξαφρίζω, skim the cream αφαιρώ το καϊμάκι, skim the fat off the soupξαφρίζω το πάχος από τη σούπα, skim[med] milk αποβουτυρωμένο γάλα, βουτυρόγαλα, skim milk ξαφρίζω γάλα […].
skimmer [skImer] ουσ. τρυπητή κουτάλα, ξαφριστήρι # (το πουλί) ρύγχωψ

Μπόλικα (ε)ξαφρίσματα, πουθενά αποκορύφωση, σωστά; Ας περάσω λοιπόν στο G-Word:

skim ρμ. περνώ ξυστά δίπλα από, αγγίζω ή ξυρίζω περνώντας || αποβουτυρώνω, αποκορυφώνω, ξαφρίζω || γλιστρώ πάνω <σε λεία επιφάνεια> || (μεταφ.) διαβάζω στα πεταχτά, εξετάζω πρόχειρα, ξεφυλλίζω
skimmer ουσ. ξαφριστής, αποβουτυρωτής || τρυπητή κουτάλα, ξαφριστήρι || (ορν.) ρύγχωψ
skim-milk ουσ. αποβουτυρωμένο γάλα

Εδώ έχουμε τουλάχιστον την αποκορύφωση, όχι όμως και το αποκορυφωμένο γάλα –-που κατά πώς φαίνεται χρησιμοποιείται όμως κατά κόρο σε κοινοτικά και σχετικά με αυτά κείμενα. Ένα δείγμα:

Κοινοτική παρέμβαση για το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη
Η ΠPOTAΣH κανονισμού για παράταση στις περιόδους παρέμβασης 2009 και 2010 σχετικά με το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη θα συζητηθεί στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου στο Στρασβούργο. […]

Express.gr 11/08/09-08:45

Επόμενο βήμα λοιπόν, τα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας. Πουθενά η αποκορύφωση με την έννοια αυτή. Ούτε στο ΛΚΝ:

αποκορύφωση η [apokorífosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκορυφώνω: H ~ της έντασης / της αγωνίας / της οργής / της αγανάκτησης.
[λόγ. < μσν. αποκορύφωσις < αποκορυφω- (δες αποκορυφώνω) -σις > -ση] 
αποκορυφώνω [apokorifóno] -ομαι Ρ1 (συνήθ. παθ.) : οδηγώ κτ. στο ανώτατο όριο ή σημείο, στο έπακρο: H ένταση / η αγωνία αποκορυφώνεται. Aποκορυφώθηκε η λαϊκή αγανάκτηση εξαιτίας των νέων φόρων. 
[λόγ. < ελνστ. ἀποκορυφ(ῶ) -ώνω, αρχ. σημ.: «καταλήγω σε κορυφή»]

ούτε στο ΛΝΕΓ06, όπου βρήκα μόνο λήμμα για το ρήμα και την αποκορύφωση την αναφέρει ως παράγωγο του ρήματος και συνώνυμο της κορύφωσης:

αποκορυφώνω ρ. μετβ. [αρχ.] {αποκορύφω-σα, -θηκα, -μένος} οδηγώ στο ανώτερο σημείο (μια κατάσταση, ένα συναίσθημα): η αναμονή αποκορύφωσε την αγωνία τους || η ένταση αποκορυφώθηκε στο συνέδριο κατά την ομιλία του προέδρου. — αποκορύφωση (η) [μτγν.].
κορύφωση (η) [μτγν.] {-ης κ. -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. το υψηλότερο σημείο, ο ανώτατος βαθμός (ιδιότητας, κατάστασης κ.λπ.): η ~ τής αγωνίας των θεατών ενός διαγωνισμού || με τον χαμό και τού δεύτερου παιδιού έφθασε το οικογενειακό δράμα στην ~ του || η ~ της απόλαυσης | τού πάθους | τής έντασης ΣΥΝ. αποκορύφωση, αποκορύφωμα[…]

Ανάλογα (και λιγότερα) βρήκα σε άλλα δύο σύγχρονα λεξικά που κοίταξα, τον Πάπυρο και το Μείζον. Χρειαζόντουσαν βουτιές σε πιο βαθιά νερά.

Ο (επίτομος) Δημητράκος μου ήταν το πρώτο λεξικό όπου συνάντησα επιτέλους αυτή την έννοια:

αποκορυφώ (-όω) ΑΝ, -ώνω Δ., διαμορφώ εις κορυφήν Α, 2 Α μεσ., απολήγω εις οξύ Ν μεσ. μτφ. φθάνω εις το ανώτατον σημείον 4 Α μτφ. αποκρίνομαι συντόμως 5 Ν αποβουτυρώ γάλα. Ουσ. αποκορύφωσις, -εως, η

και (ευχ, Ζαζ!) χάρη στο λεξικό της Πρωίας, ανακάλυψα ότι η έννοια είναι λεξικογραφημένη τουλάχιστον από το 1933 (και επομένως είναι πιθανότατα αρκετά πιο παλιά):

αποκορυφώ [-όω] και αποκορυφώνω (ρ. μετβ.) […] «αποκορυφώνω γάλα», αφαιρώ δι’ αποδάρσεως του γάλακτος την «κορυφήν» αυτού, το ανθόγαλα, άλλως αποβουτυρώνω.

Είναι λοιπόν ακριβώς ίδιο το αποκορυφωμένο με το αποβουτυρωμένο γάλα; Και γιατί δεν αναφέρεται τότε στα σύγχρονα λεξικά;

Ίσως η απάντηση βρίσκεται σε αυτό το μικρό απόσπασμα κοινοτικής νομοθεσίας:
[…]γ) αποκορυφωμένο γάλα: το γάλα και το αποβουτυρωμένο γάλα με μέγιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 1 % (από εδώ)

Μία σκέψη είναι λοιπόν, μήπως στην προσπάθεια της κοινοτικής νομοθεσίας να είναι ξεκάθαρη η σημασία των διατροφικών όρων{γνωρίζετε για παράδειγμα, ότι δεν υπάρχει σαφής ορισμός της έννοιας φρέσκο γάλα;} ο όρος αποκορυφωμένο γάλα έχει πάρει τα τελευταία χρόνια μια ειδικότερη σημασία και η παράλειψή του από τα λεξικά δείχνει μια σχετική αμηχανία. Ή μπορεί απλώς να μη χώρεσε. Ποιος ξέρει;

Από την παράλειψη όμως αυτού του όρου, υπάρχουν σήμερα, την εποχή του διαδικτύου, και συνέπειες. Για παράδειγμα, δεν βρήκα πουθενά τον κορ(υ)φολόγο, το μηχάνημα με το οποίο γίνεται το ξάφρισμα, η αποκορύφωση.

Η επίσημη ονομασία των κορφολόγων είναι βέβαια διαχωριστήρες και στα αγγλικά milk ή cream separators. Όμως και για τον όρο skimmer θα ήταν χρήσιμη ίσως η απόδοση κορφολόγος, πέρα από το ξαφριστής ή ξαφριστήρι και τον αποβουτυρωτή. Τουλάχιστον θα γλιτώναμε από διασκεδαστικές (αυτόματες και μη) μεταφράσεις στο διαδίκτυο, όπως:

μαύρος αποβουτυρωτής (του Νίγηρα μάλιστα, καμιά φορά) 

στην πραγματικότητα, είναι το πουλί Black SkimmerRynchops niger (Ρύγχωψ ο μέλας) –που ίσως δεν θα ήταν παράταιρο αν το έλεγαν κορφολόγο.

αποβουτυρωτής πισίνας
 — χωρίς σχόλια 

Στη συνέχεια του νήματος στη Λεξιλογία θα βρείτε και ένα τρίγλωσσο γλωσσάρι (EL>EN>DE] με ορολογία γαλακτοκομίας από το eurovoc.