Karfreitag, του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Στο νήμα της ποίησης στη Λεξιλογία, ο φίλος Κώστας μας πρόσφερε ένα επικήδειο ποίημα που έγραψε ο 17χρονος Μπρεχτ το 1915, στο Άουγκσμπουργκ. Ο Μεγάλος Πόλεμος δεν είχε τελειώσει με τη μεγάλη νίκη μέχρι τα Χριστούγεννα του ’14, όπως είχαν υποσχεθεί στους λαούς τους βασιλιάδες, αυτοκράτορες, και πρόεδροι· ίσα-ίσα, η σφαγή μολις είχε αρχίσει.

Για τους φίλους του φόρουμ που δεν μιλούν γερμανικά, πρόσθεσα μια βιαστική μετάφραση· αυτήν εδώ:

KARFREITAG ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Prolog Πρόλογος
Als sie aber hinuntergingen in diesen Tagen Όταν κατέβαιναν εκείνες τις ημέρες
Zu ihren Gräbern, jeder zum Seinen, ganz aufrecht nicht durch den Schmerz — στους τάφους τους, καθένας στου δικού του, σκυφτοί ακόμα από τον πόνο—
Denn sie hatten allzu viel schon ertragen — γιατί είχαν κιόλας πολλά υποφέρει —
Da sahen einige von ihnen himmelwärts. κάποιοι σήκωσαν τα μάτια στον ουρανό.
Und der Himmel war trüb und grau und bedrückt. Κι ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και γκρίζος και βασανισμένος.
Sieh, da geschah es, dass eine Stimme wie Erz Και ιδού, συνέβη, και ακούστηκε φωνή μετάλλου
Wild auf sie fiel, von oben herab fiel, und einige hörten die Stimme fragen: τους ρίχτηκε άγρια, τους έπεσε από πάνω, και κάποιοι άκουσαν τη φωνή να ρωτάει:
Wo sind eure Helden? Ihr geht sehr gebückt! — Πού είναι οι ήρωές σας; Πολύ σκυφτοί βαδίζετε!—
Da bog sich einer zurück und fasste sich mühsam und hatte das Herz Κι ένας ορθώθηκε και στάθηκε με κόπο και βρήκε το κουράγιο
Und hörte sich sagen: κι άκουσε από το στόμα του να λέει:
Unsere Sieger liegen erschlagen. Οι νικητές μας νικημένοι κείτονται.
Und siehe, da war es, als wäre allen Και ιδού, και έγινε, σαν όλων τους
Göttlich aufstrahlend, auf ihre trüben Stirnen gefallen. τα συννεφιασμένα μέτωπα να φώτισε θεία ακτίνα.
Gingen nun aufrecht und mühelos wie trotzige Krieger Κι όρθιοι πια βάδιζαν και ακούραστοι, σαν πεισμωμένοι μαχητές
Als wären sie alle wie jene Sieger — σαν να ήταν όλοι τους όπως οι νικητές εκείνοι —
Und stolz und befreit ihrer Trauer entrückt. περήφανοι κι ελεύθεροι από το πένθος τους αλαργεμένοι.
Epilog Επίλογος
Abermals gingen einige über sein Feld zur Abendzeit. Και πάλι περνούσαν το απόγευμα κάποιοι από το χωράφι του.
Der Himmel war dunkel. Wind ging. Das Korn blühte weit. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός. Φυσούσε άνεμος. Πέρα άνθιζε το αραποσίτι.
Sie gingen gebeugt und schwer im letzten Licht. Βάδιζαν σκυφτοί κι ασήκωτοι στο τελευταίο φως.
Ein fremder Mann ging mit ihnen. Sie kannten ihn nicht. Μαζί τους πήγαινε ένας ξένος. Δεν τον γνώριζαν.
Sie waren traurig, weil Jesus gestorben war. Ήταν θλιμμένοι γιατί είχε πεθάνει ο Ιησούς.
Aber einmal sagte einer: Es ist sonderbar. Άξαφνα μίλησε ο ένας: Είναι περίεργο.
Er starb für sich. Und starb ohne Sinn und Gewinn. Πέθανε με απόφασή του. Πέθανε χωρίς κέρδος στο μυαλό του.
Dass ich auch nicht leben mag: dass ich einsam bin. Και δεν θέλω πια να ζω· ότι είμαι μοναχός μου.
Sagte ein anderer: Er wusste wohl nicht, was uns frommt. Είπε ένας άλλος: Σίγουρα δεν ήξερε τι μας συμφέρει.
Sagte ein dritter: Ich glaube nicht, dass er wiederkommt. Και είπε ο τρίτος: Δεν πιστεύω πως θα ξαναγυρίσει.
Sie gingen gebeugt und schwer im letzten Licht. Βάδιζαν σκυφτοί κι ασήκωτοι στο τελευταίο φως.
Ein fremder Mann ging mit ihnen. Sie kannten ihn nicht. Μαζί τους πήγαινε ένας ξένος. Δεν τον γνώριζαν.
Und einer sah übers Ährenfeld und fühlte seine Augen brennen. Και ένας κοίταξε πέρα πάνω από τα στάχυα και ένιωσε τα μάτια του να καίνε.
Und sprach: Dass es Menschen gibt, die für Menschen sterben können! Και μίλησε: Μα να υπάρχουν άνθρωποι που γι’ άλλους άνθρωπους πεθαίνουν!
Und er fühlte Staunen in sich (als er weiterspann): και μέσα του την απορία ένιωσε (των λόγων του πλέκοντας το νήμα):
Und dass es Dinge gibt, für die man sterben kann. Και να υπάρχουν πράγματα, που χάρη τους άνθρωπος να πεθαίνει.
Und jeder hat sie, und er hat sie nicht Κι όλοι τα έχουν κι εκείνος όχι
Weil er’s nicht weiß. — Das sagte er im allerletzten Licht. για δεν το ξέρει — Κι αυτά τα είπε στο έσχατο το φως.
Es war ein junger Mensch. Es ging um die Abendzeit. Ήταν νέος άνθρωπος. Όταν πια σουρουπώνει.
Der Himmel war dunkel. Wind ging. Das Korn blühte weit. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός. Φυσούσε άνεμος. Πέρα άνθιζε το αραποσίτι.
Sie gingen gebeugt und schwer im letzten Licht. Βάδιζαν σκυφτοί κι ασήκωτοι στο τελευταίο φως.
Ein fremder Mann ging mit ihnen. Sie kannten ihn nicht. Μαζί τους πήγαινε ένας ξένος. Δεν τον γνώριζαν.
Bertolt Brecht Μπέρτολτ Μπρεχτ
Advertisements
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: