Wolfgang Borchert, Das Brot | Το ψωμί

Για την επέτειο των δύο χρόνων της Λεξιλογίας έσκαψα στα αρχεία μου για να βρω αυτή τη μικρή ιστορία που με είχε απασχολήσει την τελευταία μου σχολική χρονιά. Η φιλολογική εργασία που είχα αναλάβει για το Αbitur μου ήταν μια παρουσίαση του (πολύ άγνωστου τότε, αλλά σήμερα λίγο πιο γνωστού Γερμανού συγγραφέα) Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ. Ο Μπ. ήταν τυπικός εκπρόσωπος της αντιπολεμικής Trümmerliteratur («λογοτεχνία των ερειπίων»), αλλά δυστυχώς για τα γερμανικά γράμματα πέθανε από ηπατίτιδα μόλις 26 ετών, το 1947, από τις συνέπειες των κακουχιών του πολέμου. Η ιστορία Das Brot (Το ψωμί) είναι από τις καλύτερές του.

Αν και ιδιαίτερα τολμηρή για την εποχή, η επιλογή μου αποδείχτηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη, καθώς οι (Γερμανοί) φιλόλογοι της εξεταστικής επιτροπής έμοιαζε να μην έχουν ξανακούσει αυτόν το συγγραφέα και απλώς αρκέστηκαν με την παρουσίαση που έκανα για το σημαντικότερο διήγημα-ραδιοφωνικό δράμα του, το Draußen vor der Tür (Έξω από την πόρτα). Ήταν αρκετό. Δυο-τρεις ερωτήσεις για τα μάτια κι έξω από την πόρτα. Άλλωστε, ήμουν ολοφάνερα πιο ειδικός από εκείνους στο συγκεκριμένο θέμα –και ποιος θέλει να εκτεθεί σε ένα μαθητή;

Ατυχώς, δεν βρήκα την τοτινή μου μετάφραση, οπότε χρειάστηκε να την ξαναδουλέψω.

Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ
Το ψωμί
Ξύπνησε ξαφνικά. Ήταν δυόμισι. Αναρωτήθηκε τι την ξύπνησε. Α, ναι! Κάποιος είχε σκοντάψει σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Έστησε αυτί προς τη μεριά της κουζίνας. Ησυχία. Υπερβολική ησυχία και μόλις άπλωσε το χέρι της δίπλα της, συνάντησε το κενό. Αυτό έκανε την υπερβολική ησυχία: έλειπε η ανάσα του. Σηκώθηκε και διάσχισε ψηλαφητά το σκοτεινό σπίτι μέχρι την κουζίνα. Στην κουζίνα συναντήθηκαν. Η ώρα ήταν δυόμισι.
Είδε κάτι άσπρο να στέκεται δίπλα στο ερμάρι της κουζίνας. Άναψε το φως. Στέκονταν όρθιοι, αντικριστά, φορώντας τα νυχτικά τους. Μέσα στη νύχτα. Στις δυόμισι. Στην κουζίνα. Στο τραπέζι της κουζίνας ήταν το πιάτο του ψωμιού. Είδε ότι είχε κόψει από το ψωμί. Το μαχαίρι ήταν ακόμη ακουμπισμένο δίπλα στο πιάτο. Και στο τραπεζομάντιλο υπήρχαν ψίχουλα. Όταν πήγαιναν το βράδυ να ξαπλώσουν, εκείνη πάντοτε καθάριζε το τραπεζομάντιλο. Τώρα όμως υπήρχαν ψίχουλα στο τραπεζομάντιλο. Και δίπλα ήταν ακουμπισμένο το μαχαίρι. Αισθάνθηκε την ψύχρα από τα πλακάκια να σκαρφαλώνει αργά πάνω της. Και απόστρεψε το βλέμμα της από το πιάτο.
«Νόμισα ότι κάτι γινόταν εδώ», είπε εκείνος και άρχισε να ψάχνει με τα μάτια στην κουζίνα.
«Κι εγώ άκουσα κάτι», απάντησε εκείνη και ταυτόχρονα ανακάλυψε πόσο πολύ γέρος φαινόταν πια αυτός νυχτιάτικα μέσα στην πουκαμίσα του. Τόσο γέρος όσο ήταν. Εξήντα τριών. Την ημέρα μερικές φορές φαινόταν πιο νέος. Φαίνεται πολύ γριά πια, σκέφτηκε εκείνος, με τη νυχτικιά φαίνεται πραγματικά πολύ γριά. Αλλά μπορεί να φταίγανε τα μαλλιά. Ξαφνικά σε γερνάνε τόσο πολύ.
«Έπρεπε να φορέσεις παπούτσια. Έτσι ξυπόλητη στα κρύα πλακάκια. Θα κρυώσεις».
Εκείνη δεν τον κοίταξε καν, γιατί δεν το άντεχε που της έλεγε ψέματα. Της έλεγε ψέματα μετά από τριάντα εννέα χρόνια παντρεμένοι.
«Νόμισα ότι κάτι γινόταν εδώ», είπε ξανά εκείνος και ξανακοίταξε άσκοπα από τη μια άκρη ως την άλλη, «κάτι άκουσα από εδώ. Γι’ αυτό νόμισα ότι κάτι γινόταν εδώ».
«Κι εγώ άκουσα κάτι. Αλλά να που δεν ήταν τίποτα». Πήρε το πιάτο από το τραπέζι και σκούπισε τα ψίχουλα από το τραπεζομάντιλο.
«Όχι, δεν ήταν τίποτα», επανέλαβε με βεβαιότητα και εκείνος, σαν ηχώ.
Έσπευσε να τον βοηθήσει: «Έλα, άντρα μου. Θα ήταν απέξω. Έλα, άντρα μου, να ξαπλώσεις. Θα κρυώσεις. Στα κρύα πλακάκια».
Εκείνος κοίταξε προς το παράθυρο. «Ναι, μάλλον θα ήταν απέξω. Νόμισα ότι κάτι γινόταν εδώ».
Σήκωσε το χέρι της προς το διακόπτη. Πρέπει να σβήσω τώρα το φως, αλλιώς θα αναγκαστώ να κοιτάξω το πιάτο, σκέφτηκε. Δεν κάνει να κοιτάξω το πιάτο. «Πάμε, άντρα μου», είπε και έσβησε το φως, «σίγουρα ήταν κάτι απέξω. Όταν φυσάει η υδρορροή χτυπάει πάντα στον τοίχο. Σίγουρα ήταν η υδρορροή. Όταν φυσάει χτυπάει συνέχεια».
Ψηλαφητά διασχίσανε μαζί το σκοτεινό διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα. Τα γυμνά τους πόδια πλατσούριζαν στο πάτωμα.
«Και βέβαια έχει αέρα», είπε εκείνος. «Φυσούσε όλη τη νύχτα». Όταν ξάπλωσαν, εκείνη είπε: «Ναι, φυσούσε όλη τη νύχτα. Σίγουρα ήταν η υδρορροή».
«Ναι, εγώ νόμισα ότι ήταν στην κουζίνα. Σίγουρα ήταν η υδρορροή». Το είπε σαν να είχε κιόλας μισοκοιμηθεί.
Αλλά εκείνη παρατήρησε πόσο κάλπικη ακουγόταν η φωνή του όταν έλεγε ψέματα. «Κάνει κρύο», είπε και χασμουρήθηκε ελαφριά, «θα χωθώ στα σκεπάσματα. Καληνύχτα».
«Νύχτα», της αποκρίθηκε αυτός και συνέχισε: «Ναι, κάνει κιόλας πραγματικά πολύ κρύο».
Μετά έπεσε ησυχία. Ύστερα από πολλά λεπτά, τον άκουσε να μασάει αθόρυβα και προσεκτικά. Εκείνη ανάσαινε σκοπίμως βαθιά και ομοιόμορφα, για να μην την καταλάβει αυτός ότι ήταν ακόμη ξύπνια.
Αλλά μασούσε τόσο ρυθμικά, που εκείνη σιγά σιγά αποκοιμήθηκε.
Το επόμενο βράδυ που γύρισε σπίτι εκείνος, του έδωσε τέσσερις φέτες ψωμί. Κανονικά επιτρεπόταν να τρώει μόνο τρεις.
«Μπορείς να φας τέσσερις με την ησυχία σου», του είπε και απομακρύνθηκε από τη λάμπα. «Δεν το αντέχω και πολύ αυτό το ψωμί. Φάε εσύ, άντρα μου, μια φέτα περισσότερη. Εγώ δεν το αντέχω και πολύ».
Τον είδε πως βυθίστηκε μέσα στο πιάτο του. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Εκείνη τη στιγμή τον λυπήθηκε.
«Μα δεν μπορεί να φας εσύ μόνο δύο φέτες«, είπε εκείνος μιλώντας στο πιάτο του.
«Μπορώ. Δεν το αντέχω και πολύ το ψωμί βραδιάτικα. Φάε, άντρα μου. Φάε».
Πέρασε λίγη ώρα· μετά κάθισε κι εκείνη στο τραπέζι, κάτω από το φως της λάμπας.

Μετά τη δημοσίευση έμαθα (από τη συμφορουμίτισσα anef ) ότι υπάρχει ένα βιβλίο με δέκα μεταφράσεις αυτού του διηγήματος (Νίκος Α. Παπαδόπουλος: «Συγκριτική μετάφραση – Ο B. Μπόρχερτ, «Το Ψωμί» και δέκα μεταφράσεις», εκδ. Ερωδιός), όπου δίνει πρώτα τις μεταφράσεις, που έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα στην Ελλάδα, και κατόπιν παίρνει μία μία τις προτάσεις και τις αναλύει. Όπως μου έγραψε, «είναι μια προσέγγιση για την οποία θα μπορούσε κανείς να έχει μεθοδολογικές αντιρρήσεις  γι’ αυτήν την κατάτμηση σε προτάσεις, αλλά γενικά είναι ωραίο γιατί βλέπεις πολλές διαφορετικές αποδόσεις του ίδιου διηγήματος».

Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει να βρω ακόμη κάποιο αντίτυπο του βιβλίου για να ικανοποιήσω την περιέργεια να συγκρίνω και τη δική μου…

Advertisements
    • Themis
    • 17 Μαΐου 2010

    Πολύ δυνατό. Σχεδόν μέχρι σαδισμού θα έλεγα. Μετά την τρίτη επανάληψη της ίδιας κενής φράσης (που, για την ακρίβεια, δεν ήταν κενή από περιεχόμενο αλλά περιείχε μια αδυσώπητα πραγματική κενότητα), ήμουνα γονυπετής και ικέτευα να μην την ξαναξεστομίσουν. Το διάβασα στη δουλειά και βγήκα αμέσως μετά για δυο βήματα και τσιγάρο. Καλορίζικο.

    • Μπουκανιέρος
    • 23 Μαΐου 2010

    Σπαραχτικό.

    Το συγγραφέα δεν τον ξέρω (ντροπή μου ίσως).
    Κι επειδή δεν μπορώ να το βουλώσω (όπως θα ταίριαζε), ας γράψω εδώ για το «σύστημα της Μαρτινίκας». Ήθελα από καιρό να το χώσω σε κάποιο κείμενο αλλά δε μου κόλλαγε.

    Τον παλιό καλό-κακό καιρό, στο νησί, τύχαινε συχνά νάναι λειψό το φαΐ. Ο πατέρας ήθελε να παραχωρήσει το μερίδιο του στη γυναίκα και τα παιδιά, όμως η ματσο-ιδεολογία δεν του επέτρεπε αυτός (ένας άντρας!) να κάνει πίσω μπροστά στα αδύναμα μέρη. Έλεγε λοιπόν: «Εγώ, δεν πεινάω! Φάτε εσείς κι αφήστε με να πιω το ρούμι μου με την ησυχία μου έξω, στον καθαρό αέρα!». Όταν τέλειωναν εκείνοι, έμπαινε κι έτρωγε τα αποφάγια (αν υπήρχαν). Αν όχι, έμενε νηστικός.

    (εφαρμόζω συχνά στο σπίτι μου το σύστημα της Μαρτινίκας, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους – ας πούμε οργανωτικούς)

  1. Αγαπητέ 37Χ,

    στο ιστολόγιό σου οδηγήθηκα σκαλίζοντας στο μπλογκρόλ τού Νίκου Σαραντάκου. Με μεγάλο ενδιαφέρον πληροφορήθηκα για το βιβλίο τού Νίκου Παπαδόπουλου, το οποίο και σκοπεύω ν’ αναζητήσω από βδομάδας. Μέχρι τότε, όμως, σκέφτηκα να κάνω κι εγώ μια προσπάθεια με την ιστοριούλα τού Μπόρχερτ, κι αν μετά με το καλό βρεθεί και η Συγκριτική μετάφραση, μπορούμε να συζητήσουμε περαιτέρω. Προς το παρόν, παραθέτω τη δική μου εκδοχή ασχολίαστη και με την πρώτη ευκαιρία θα επανέλθω με συγκεκριμένες παρατηρήσεις. Τα λέμε.

    Ξαφνικά ξύπνησε. Ήτανε δυόμιση. Αναρωτήθηκε γιατί είχε ξυπνήσει. Α ναι! Κάποιος είχε σκοντάψει πάνω σε μια καρέκλα στην κουζίνα. Έστησε τ’ αφτί της προς τη μεριά τής κουζίνας. Ησυχία. Υπερβολική ησυχία. Και σαν άπλωσε το χέρι της παραδίπλα, βρήκε το κρεββάτι άδειο. Γι’ αυτό είχε τόσο πολλή ησυχία: έλειπε η ανάσα του. Σηκώθηκε και διασχίζοντας ψηλαφιστά το σκοτεινό σπίτι, έφτασε μέχρι την κουζίνα. Στην κουζίνα συναντήθηκαν. Η ώρα ήταν δυόμιση. Είδε κάτι άσπρο να στέκεται στο ερμάρι τής κουζίνας. Άναψε το φως. Έστεκαν ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο φορώντας τις πουκαμίσες τους. Μέσα στη νύχτα. Στις δυόμιση. Στην κουζίνα.
    Πάνω στο τραπέζι τής κουζίνας ήταν το πιάτο για τον άρτο. Είδε πως είχε κόψει ψωμί. Το μαχαίρι ήταν ακόμα δίπλα στο πιάτο. Και στο τραπεζομάντηλο είχε ψίχουλα. Όταν τα βράδια πηγαίναν για ύπνο, εκείνη πάντα καθάριζε το τραπεζομάντηλο. Κάθε βράδυ. Τώρα όμως είχε ψίχουλα (σ)το τραπεζομάντηλο. Και το μαχαίρι ήταν (κι αυτό) εκεί. Ένιωθε το κρύο απ’ τα πλακάκια να διαπερνά αργά όλο της το σώμα. Κι έστρεψε το βλέμμα της μακριά απ’ το πιάτο.
    «Νόμιζα πώς κάτι ήταν εδώ», είπε αυτός κι άρχισε να κοιτάει γύρω-γύρω στην κουζίνα.
    «Κι εγώ κάτι άκουσα», απάντησε εκείνη και την ώρα που έλεγε τα λόγια αυτά, σκέφτηκε πόσο γέρος φαινόταν έτσι με την πουκαμίσα μέσα στη νύχτα. Τόσο γέρος όσο ήταν (και στην πραγματικότητα). Εξήντα τριών. Τη μέρα μερικές φορές φαινόταν νεότερος. Φαίνεται πια γριά, σκέφτηκε κι αυτός. Έτσι με την πουκαμίσα φαίνεται πολύ γριά. Άλλά μπορεί και να φταίνε τα μαλλιά. Στις γυναίκες πάντοτε τα μαλλιά φταίνε. Σε κάνουν από τη μια στιγμή στην άλλη να δείχνεις τόσο μεγάλη.
    «Έπρεπε να βάλεις παπούτσια. Έτσι ξυπόλητη πάνω στα παγωμένα πλακάκια. Θα κρυώσεις.»
    Εκείνη δεν τον κοίταξε καν, γιατί δεν τ’ άντεχε να τής λέει ψέματα. Να της λέει ψέματα μετά από τριάντα εννέα χρόνια που ’ταν παντρεμένοι.
    «Νόμιζα πώς κάτι ήταν εδώ», ξανάπε αυτός αφήνοντας για άλλη μια φορά το βλέμμα του να περιπλανηθεί χωρίς νόημα από τη μια γωνιά τού χώρου στην άλλη.
    «Κάτι άκουσα εδώ. Νόμιζα, λοιπόν, πώς κάτι γίνεται.»
    «Κι εγώ άκουσα κάτι. Αλλά μάλλον δεν ήταν τίποτα». Πήρε το πιάτο απ’ το τραπέζι και τίναξε (με τα δάχτυλα) τα ψίχουλα απ’ το τραπεζομάντηλο.
    «Όχι, μάλλον δεν ήταν τίποτα», επανέλαβε αυτός (σαν ηχώ) αβέβαια. Εκείνη έσπευσε να τον βοηθήσει. «Άντε, έλα. Μάλλον απ’ έξω θα ’ταν. Έλα τώρα να ξαπλώσεις. Θα κρυώσεις. Στα κρύα τα πλακάκια». Αυτός κοίταξε προς το παράθυρο. «Ναι, μάλλον απ’ έξω πρέπει να ’ταν. Εγώ νόμιζα πως ήταν εδώ». Άπλωσε το χέρι της προς τον διακόπτη. Πρέπει να σβήσω τώρα το φως, αλλιώς θα αναγκαστώ να κοιτάξω το πιάτο, σκέφτηκε. Δεν πρέπει να κοιτάξω το πιάτο. «Άντε, παιδί μου, πάμε», είπε κι έσβησε το φως. «Σίγουρα απ’ έξω ήταν. Όταν φυσάει, η υδρορροή πάντα χτυπάει στον τοίχο. Σίγουρα η υδρορροή ήταν. Όταν φυσάει, χτυπάει συνέχεια».
    Ψηλαφίζοντας διέσχισαν μαζί τον σκοτεινό διάδρομο φτάνοντας μέχρι το υπνοδωμάτιο. Τα γυμνά τους πόδια πλατάγιαζαν πάνω στο πάτωμα.
    «Αέρα έ χ ε ι», είπε αυτός. «Όλη τη νύχτα είχε αέρα».
    Όταν ξάπλωσαν, εκείνη είπε: «Ναι, αέρα είχε όλη τη νύχτα. Μάλλον η υδρορροή ήταν».
    «Ναι, εγώ νόμιζα πως ήταν στην κουζίνα. Μάλλον η υδρορροή ήταν». Το (τελευταίο το) είπε σαν να είχε κιόλας μισοκοιμηθεί. Αλλά εκείνη το πρόσεχε πόσο ψεύτικη ακουγόταν η φωνή του όταν έλεγε ψέματα. «Κάνει κρύο», είπε και χασμουρήθηκε ελαφρά, «Θα χωθώ κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Καληνύχτα».
    «Νύχτα», αποκρίθηκε αυτός και συμπλήρωσε: «Ναι, κρύο έχει όντως αρκετά γερό».
    Έπειτα ησυχία. Μετά από πολλά λεπτά, τον άκουσε να μασάει αθόρυβα και προσεκτικά. Εκείνη ανάσαινε επίτηδες βαθιά και σταθερά, για να μην καταλάβει πως ήταν ακόμη ξύπνια. Αλλά ο ήχος από το μάσημα του ήταν τόσο ρυθμικός που τελικά την πήρε ο ύπνος.
    Όταν αυτός το επόμενο βράδυ γύρισε σπίτι, εκείνη έβαλε μποστά του τέσσερις φέτες ψωμί. Κανονικά μόνο τρεις μπορούσε να φάει.
    «Μπορείς να φας τέσσερις, μην το σκέφτεσαι», είπε κι απομακρύνθηκε απ’ τη λάμπα. «Δεν τ’ αντέχω και πολύ αυτό το ψωμί. Φάε εσύ, άντρα μου, μια φέτα παραπάνω. Εγώ δεν τ’ αντέχω και πολύ».
    Τον είδε να βουτάει στο πιάτο. Ούτε που σήκωσε το βλέμμα του. Εκείνη τη στιγμή τον λυπήθηκε.
    «Μα δεν μπορεί να φας εσύ μόνο δύο φέτες«, είπε αυτός μιλώντας πάνω απ’ το πιάτο του.
    «Μπορώ. Δεν τ’ αντέχω και πολύ το ψωμί βραδιάτικα. Φάε, καλέ. Φάε».
    Μόνο αφού πέρασε λίγη ώρα κάθισε κι εκείνη στο τραπέζι, κάτω από το φως τής λάμπας.

  2. Γειά και πάλι!

    Παραθέτω, λοιπόν, ενδεικτικά μερικές παρατηρήσεις:

    Plötzlich wachte sie auf.
    Εδώ δεν τονίζεται ο τρόπος με τον οποίο ξύπνησε, αλλά το τι ξαφνικά συνέβη. Έτσι προτίμησα το «ξαφνικά ξύπνησε» από το «ξύπνησε ξαφνικά».

    Sie horchte nach der Küche.
    Κατά τη γνώμη μου η φράση «στήνω αφτί» είναι ιδιωματική (idiomatisch besetzt) και έχει τη σημασία τού κρυφακούω. Έτσι πιστεύω ότι καλύτερα θα ταίριαζε αν λέγαμε «έστησε τ’ αφτί της». Το αφουγκράζομαι, πάλι, ενώ θα μπορούσε να αποδοθεί μια χαρά και με το horchen, δεν πολυταιριάζει εδώ, αφού η χρήση του σε συνδυασμό με τοπικό προσδιορισμό («προς τη μεριά τής κουζίνας») είναι μάλλον ασυνήθιστη.

    Das war es, was es so besonders still gemacht hatte
    Εδώ, νομίζω, ότι διατηρώντας στη μετάφραση το machen, η πρόταση ηχεί παράξενα (unidiomatisch). Μπορούμε απλά να πούμε: «Γι’ αυτό είχε τόσο πολλή ησυχία».

    Sie standen sich im Hemd gegenüber.
    Η λέξη νυχτικό παραπέμπει, νομίζω, σαφώς σε γυναικείο ένδυμα. Έτσι προτίμησα το «πουκαμίσες». Παρακάτω, όμως, απ’ ότι είδα, το χρησιμοποίησες κι εσύ.

    Auf dem Küchentisch stand der Brotteller. Sie sah, dass er sich Brot abgeschnitten hatte.
    Είναι σαφές ότι στην ιστορία ο Μπόρχερτ χρησιμοποιεί τις επαναλήψεις ως λογοτεχνικό σχήμα. Στην περίπτωση αυτή, όμως, έχω την εντύπωση ότι δεν θα συνιστούσε αλλοίωση αν στη φράση «πιάτο για το ψωμί», αντί ψωμί λέγαμε άρτο. Έτσι αποφεύγεται η ενοχλητική επανάληψη τής λέξης (η οποία λέξη ακολουθεί αμέσως μετά).

    Sie fühlte, wie die Kälte der Fliesen langsam an ihr hochkroch.
    Η δική μου πρόταση ήταν: «Ένιωθε το κρύο απ’ τα πλακάκια να διαπερνά αργά όλο της το σώμα». Το «σκαρφαλώνει πάνω της» με αναφορά στο κρύο, ηχεί παράξενα στ’ αφτιά μου. Επίσης, η λέξη ψύχρα, νομίζω, μετριάζει την ένταση τής περιγραφής.

    Sie stellte den Teller vom Tisch und schnippte die Krümel von der Decke.
    Χρησιμοποίησα το «τίναξε (με τα δάχτυλα της)». Το «καθάρισε» είναι σαφώς πιο αόριστο.

    «Nein, es war wohl nichts», echote er unsicher.
    Εδώ έβαλε την ουρά του ο δαίμονας τής μετάφρασης, αφού το unsicher το μετέφρασες ακριβώς με την αντίθετη σημασία: «με βεβαιότητα»!

    wohl
    Όπως διαπίστωσα το μετέφρασες παντού «σίγουρα». Όμως το wohl δεν είναι τόσο βέβαιο όσο το sicher, οπότε, νομίζω, ταιριάζει περισσότερο το μάλλον.

    man
    Όντως δύσκολο σημείο αυτό. Καμία σχέση με το Mann ούτε και με την αόριστη αντωνυμία man. Χρησιμοποιείται για έμφαση κυρίως στη Βόρεια Γερμανία (άλλωστε κι ο ίδιος ο Μπόρχερτ από τ’ Αμβούργο ήταν) και σημασιακά ταυτίζεται με τα μόρια mal και nur. Υπό αυτήν την έννοια, το «άντρα μου» είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα απόδοση, την οποία κράτησα και εγώ σε μία περίπτωση. Στα υπόλοιπα σημεία χρησιμοποίησα εναλλάξ τις λέξεις «άντε», «έλα» και «παιδί μου».

    Ihre nackten Füße platschten auf den Fußboden.
    Το «πλατσούριζαν» δημιουργεί την εντύπωση ότι ο διάδρομος είχε νερά! Το «πλατάγιαζαν» αντιθέτως όχι.

    Aber sie merkte, wie unecht seine Stimme klang, wenn er log.
    Ο αόριστος «παρατήρησε» δεν ταιριάζει εδώ, από τη στιγμή που στη συνέχεια περιγράφονται επαναλαμβανόμενες πράξεις. Έτσι, έβαλα παρατατικό («πρόσεχε»).

    Sonst hatte er immer nur drei essen können.
    Δεν λέει dürfen, αλλά können, άρα εδώ μιλάμε για το πόσο ψωμί μπορούσε να φάει και όχι για το πόσο επιτρεπόταν.

    «Du kannst ruhig vier essen»
    Το ruhig εδώ δεν σημαίνει in Ruhe, αλλά «ανενδοίαστα». Επειδή όμως το ανενδοίαστα θα ακουγόταν πολύ βαρύ για την περίσταση, κατέφυγα στο «μην το σκέφετσαι».

    Sie sah, wie er sich tief über den Teller beugte.
    Σκέφτηκα ότι το «βούτηξε στο πιάτο» ταιριάζει καλύτερα στην περίσταση, μιας και αποδίδει πειστικότερα την παράσταση ενός ανθρώπου που λιμοκτονεί.

    Λοιπόν, αυτά σε πολύ γενικές γραμμές. Θα χαιρόμουν ν’ ακούσω τις σκέψεις σου.

  3. Ευχαριστώ και για τον κόπο σας να ανεβάσετε την ενδιαφέρουσα δική σας μετάφραση και για τα σχόλιά σας. Όπως έγραψα, η προσέγγισή μου σε αυτό το κομμάτι είναι και λίγο βιωματική, οπότε θα προτιμούσα να μην μπω σε τόσο εκτενή αντιπαραβολή όπως αυτή που κάνατε τον κόπο να ετοιμάσετε. Άλλωστε δεν νομίζω ότι η δουλειά μου αξίζει καν τη φασαρία…

    Απλώς για τα πρακτικά που λένε, επιτρέψτε μου παρακαλώ να αναφέρω ότι το πρωτότυπο από όπου μετέφρασα, εδώ: http://www.breadculture.net/web/files/20/en/Das_Brot_von_Wolfgang_Borchert.pdf έχει τη φράση που μου υποδείξατε ως μεταφραστικό ολίσθημα όπως τη μετέφρασα εγώ: “Nein, es war wohl nichts”, echote er sicher. Όμως το κείμενο εκείνο είχε και άλλα τυπογραφικά λάθη, οπότε δεν αποκλείω –κάθε άλλο– το σωστό πρωτότυπο να είναι όπως το αναφέρετε εσείς (άλλωστε «ταιριάζει» και καλύτερα, έχω την αίσθηση).

  4. Καλησπέρα αγαπητέ dr7x,

    το κείμενο στο οποίο παραπέμψατε όντως έλεγε sicher, οπότε τελικά κανένας… δαίμονας τής μετάφρασης δεν έβαλε την ουρά του εδώ! 🙂 Το σωστό, πάντως, είναι όντως το unsicher και μάλιστα σε διάφορες εργασίες βρίσκει κανείς ακόμα και ερμηνείες γύρω από τη βαθύτερη σημασία τής επίμαχης διατύπωσης. Το ίδιο το ρήμα echoen, άλλωστε, όταν αναφέρεται στην εκφορά λόγου, υποδηλώνει κατά κανόνα τη μηχανική –συχνά δε ακόμα και σκωπτική– επανάληψη λέξεων ή φράσεων. Ο συνδυασμός, δηλαδή echote sicher στην πραγματικότητα θα εμπεριείχε μιαν εγγενή αντιφατικότητα και παραδοξότητα που πιθανότατα θα προσέκρουε στο γλωσσικό αισθητήριο τού μέσου Γερμανού.

    Υ.Γ. Μόλις τώρα αντιλήφθηκα –δεν θυμάμαι αν το διάβασα πριν– το σχόλιό σας ότι το unsicher φαίνεται πράγματι να ταιριάζει καλύτερα. Είναι αυτό ακριβώς που είπα πιο πάνω για το γλωσσικό αισθητήριο τού Γερμανού. Χαίρομαι που κι εσείς το νιώθετε!

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: