Η χαμένη αποκορύφωση

Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στη Λεξιλογία.

Το πώς και πότε μπαίνουν οι λέξεις στα λεξικά είναι μεγάλο θέμα συζήτησης. Εξίσου μεγάλο θέμα είναι, νομίζω, και το πώς και πότε βγαίνουν ή πρέπει να βγουν από αυτά. Πώς και γιατί βγαίνει, για παράδειγμα, από τα μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας μια έννοια –ακόμη και αν παραμένει σε ευρεία (έστω και πιο ειδικευμένη) χρήση; Και ποια είναι άραγε η διαδικασία για να συμβεί αυτό; Ακολουθεί ένα παράδειγμα.

Άλλο έψαχνα πάλι στο eurovoc, άλλο με βοήθησε να ανακαλύψω. Θυμόμουν ότι στη Λεξιλογία έχουμε ήδη συζητήσει για τον όροbuttermilk (που είναι, στα ελληνικά, το ξινόγαλα –άλλο πράγμα είναι το βουτυρόγαλα, που στα αγγλικά λέγεται traditional buttermilk), μια όμως και το συνάντησα στο κείμενό μου, είπα να ρίξω μια ματιά και στο ευρωγλωσσάρι, μήπως βρω κάποια ευρωμετάφραση ή ευρωεπιβεβαίωση του όρου.

Χαζεύοντας Εκτελώντας αναζήτηση της λέξης milk στο eurovoc λοιπόν, ανακάλυψα ότι χρησιμοποιεί για τον όρο skimmed milk αποκλειστικά και μόνο την απόδοση αποκορυφωμένο γάλα.

Καθώς η σχέση μου με τα τυρογαλακτοκομικά είναι αυτή του πιστού πελάτη των σούπερ μάρκετ, εγώ το skimmed milk για αποβουτυρωμένο γάλα το ήξερα. Βουρ λοιπόν στα λεξικά:

Η Ματζέντα δίνει στο λήμμα skim πολλές ενδιαφέρουσες απαντήσεις, λιγότερο ή περισσότερο σχετικές με την περίπτωση. Συγκεντρώνω μερικές:


skim [skIm] ουσ. αφαιρώ επιπλέουσα ουσία, (ε)ξαφρίζω, skim the cream αφαιρώ το καϊμάκι, skim the fat off the soupξαφρίζω το πάχος από τη σούπα, skim[med] milk αποβουτυρωμένο γάλα, βουτυρόγαλα, skim milk ξαφρίζω γάλα […].
skimmer [skImer] ουσ. τρυπητή κουτάλα, ξαφριστήρι # (το πουλί) ρύγχωψ

Μπόλικα (ε)ξαφρίσματα, πουθενά αποκορύφωση, σωστά; Ας περάσω λοιπόν στο G-Word:

skim ρμ. περνώ ξυστά δίπλα από, αγγίζω ή ξυρίζω περνώντας || αποβουτυρώνω, αποκορυφώνω, ξαφρίζω || γλιστρώ πάνω <σε λεία επιφάνεια> || (μεταφ.) διαβάζω στα πεταχτά, εξετάζω πρόχειρα, ξεφυλλίζω
skimmer ουσ. ξαφριστής, αποβουτυρωτής || τρυπητή κουτάλα, ξαφριστήρι || (ορν.) ρύγχωψ
skim-milk ουσ. αποβουτυρωμένο γάλα

Εδώ έχουμε τουλάχιστον την αποκορύφωση, όχι όμως και το αποκορυφωμένο γάλα –-που κατά πώς φαίνεται χρησιμοποιείται όμως κατά κόρο σε κοινοτικά και σχετικά με αυτά κείμενα. Ένα δείγμα:

Κοινοτική παρέμβαση για το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη
Η ΠPOTAΣH κανονισμού για παράταση στις περιόδους παρέμβασης 2009 και 2010 σχετικά με το βούτυρο και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη θα συζητηθεί στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου στο Στρασβούργο. […]

Express.gr 11/08/09-08:45

Επόμενο βήμα λοιπόν, τα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας. Πουθενά η αποκορύφωση με την έννοια αυτή. Ούτε στο ΛΚΝ:

αποκορύφωση η [apokorífosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκορυφώνω: H ~ της έντασης / της αγωνίας / της οργής / της αγανάκτησης.
[λόγ. < μσν. αποκορύφωσις < αποκορυφω- (δες αποκορυφώνω) -σις > -ση] 
αποκορυφώνω [apokorifóno] -ομαι Ρ1 (συνήθ. παθ.) : οδηγώ κτ. στο ανώτατο όριο ή σημείο, στο έπακρο: H ένταση / η αγωνία αποκορυφώνεται. Aποκορυφώθηκε η λαϊκή αγανάκτηση εξαιτίας των νέων φόρων. 
[λόγ. < ελνστ. ἀποκορυφ(ῶ) -ώνω, αρχ. σημ.: «καταλήγω σε κορυφή»]

ούτε στο ΛΝΕΓ06, όπου βρήκα μόνο λήμμα για το ρήμα και την αποκορύφωση την αναφέρει ως παράγωγο του ρήματος και συνώνυμο της κορύφωσης:

αποκορυφώνω ρ. μετβ. [αρχ.] {αποκορύφω-σα, -θηκα, -μένος} οδηγώ στο ανώτερο σημείο (μια κατάσταση, ένα συναίσθημα): η αναμονή αποκορύφωσε την αγωνία τους || η ένταση αποκορυφώθηκε στο συνέδριο κατά την ομιλία του προέδρου. — αποκορύφωση (η) [μτγν.].
κορύφωση (η) [μτγν.] {-ης κ. -ώσεως | -ώσεις, -ώσεων} 1. το υψηλότερο σημείο, ο ανώτατος βαθμός (ιδιότητας, κατάστασης κ.λπ.): η ~ τής αγωνίας των θεατών ενός διαγωνισμού || με τον χαμό και τού δεύτερου παιδιού έφθασε το οικογενειακό δράμα στην ~ του || η ~ της απόλαυσης | τού πάθους | τής έντασης ΣΥΝ. αποκορύφωση, αποκορύφωμα[…]

Ανάλογα (και λιγότερα) βρήκα σε άλλα δύο σύγχρονα λεξικά που κοίταξα, τον Πάπυρο και το Μείζον. Χρειαζόντουσαν βουτιές σε πιο βαθιά νερά.

Ο (επίτομος) Δημητράκος μου ήταν το πρώτο λεξικό όπου συνάντησα επιτέλους αυτή την έννοια:

αποκορυφώ (-όω) ΑΝ, -ώνω Δ., διαμορφώ εις κορυφήν Α, 2 Α μεσ., απολήγω εις οξύ Ν μεσ. μτφ. φθάνω εις το ανώτατον σημείον 4 Α μτφ. αποκρίνομαι συντόμως 5 Ν αποβουτυρώ γάλα. Ουσ. αποκορύφωσις, -εως, η

και (ευχ, Ζαζ!) χάρη στο λεξικό της Πρωίας, ανακάλυψα ότι η έννοια είναι λεξικογραφημένη τουλάχιστον από το 1933 (και επομένως είναι πιθανότατα αρκετά πιο παλιά):

αποκορυφώ [-όω] και αποκορυφώνω (ρ. μετβ.) […] «αποκορυφώνω γάλα», αφαιρώ δι’ αποδάρσεως του γάλακτος την «κορυφήν» αυτού, το ανθόγαλα, άλλως αποβουτυρώνω.

Είναι λοιπόν ακριβώς ίδιο το αποκορυφωμένο με το αποβουτυρωμένο γάλα; Και γιατί δεν αναφέρεται τότε στα σύγχρονα λεξικά;

Ίσως η απάντηση βρίσκεται σε αυτό το μικρό απόσπασμα κοινοτικής νομοθεσίας:
[…]γ) αποκορυφωμένο γάλα: το γάλα και το αποβουτυρωμένο γάλα με μέγιστη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 1 % (από εδώ)

Μία σκέψη είναι λοιπόν, μήπως στην προσπάθεια της κοινοτικής νομοθεσίας να είναι ξεκάθαρη η σημασία των διατροφικών όρων{γνωρίζετε για παράδειγμα, ότι δεν υπάρχει σαφής ορισμός της έννοιας φρέσκο γάλα;} ο όρος αποκορυφωμένο γάλα έχει πάρει τα τελευταία χρόνια μια ειδικότερη σημασία και η παράλειψή του από τα λεξικά δείχνει μια σχετική αμηχανία. Ή μπορεί απλώς να μη χώρεσε. Ποιος ξέρει;

Από την παράλειψη όμως αυτού του όρου, υπάρχουν σήμερα, την εποχή του διαδικτύου, και συνέπειες. Για παράδειγμα, δεν βρήκα πουθενά τον κορ(υ)φολόγο, το μηχάνημα με το οποίο γίνεται το ξάφρισμα, η αποκορύφωση.

Η επίσημη ονομασία των κορφολόγων είναι βέβαια διαχωριστήρες και στα αγγλικά milk ή cream separators. Όμως και για τον όρο skimmer θα ήταν χρήσιμη ίσως η απόδοση κορφολόγος, πέρα από το ξαφριστής ή ξαφριστήρι και τον αποβουτυρωτή. Τουλάχιστον θα γλιτώναμε από διασκεδαστικές (αυτόματες και μη) μεταφράσεις στο διαδίκτυο, όπως:

μαύρος αποβουτυρωτής (του Νίγηρα μάλιστα, καμιά φορά) 

στην πραγματικότητα, είναι το πουλί Black SkimmerRynchops niger (Ρύγχωψ ο μέλας) –που ίσως δεν θα ήταν παράταιρο αν το έλεγαν κορφολόγο.

αποβουτυρωτής πισίνας
 — χωρίς σχόλια 

Στη συνέχεια του νήματος στη Λεξιλογία θα βρείτε και ένα τρίγλωσσο γλωσσάρι (EL>EN>DE] με ορολογία γαλακτοκομίας από το eurovoc.

Advertisements
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: